Τρεις Ξέφρενες Νύχτες στα Ραγκουτσάρια με τη ματιά του VICE

Στις 6 Ιανουαρίου οι μεγάλες πόλεις της χώρας έμοιαζαν έρημες, αφού τα καταστήματα και οι υπηρεσίες κατέβασαν ρολά λόγω αργίας.

Οι περισσότεροι άνθρωποι «κλειδώθηκαν» στα σπίτια τους αναζητώντας θερμοκρασίες πάνω από το μηδέν ή φίλους που γιόρταζαν στις ατζέντες τους, ενώ και το πρωινό τελετουργικό των Θεοφανείων έληξε γρήγορα με μοναδική attraction – ελλείψει πολλών πρόθυμων και θαρραλέων «χειμερινών κολυμβητών»- το περιστέρι που απελευθέρωσε ο Αλέξης Τσίπρας. Την ίδια ώρα, όμως, στην Καστοριά ξεκινούσε το μεγάλο πανηγύρι.

 

Τα Ραγκουτσάρια, το πασίγνωστο τριήμερο καρναβαλικών εκδηλώσεων της Καστοριάς, απέχει πολύ από μια βαρετή, μουσειακού τύπου, εθιμοτυπική και κάπως φολκλόρ επαρχιώτικη ετήσια συνήθεια, πόσο μάλλον από μια mainstream ενσωματωμένη στους όρους της τυποποίησης και εμπορευματοποίησης, αναβίωση αρχαίων τελετών. Παραμένουν εδώ και πολλά χρόνια μια αυθεντική και αυθάδης ευκαιρία ξεφαντώματος στους δρόμους με όρους συλλογικής αποφόρτισης, μαζικής εφευρετικότητας πέρα από τα κλισέ των καταστημάτων μεταμφιέσεων και απόρρητης κοινωνικοπολιτικής σάτιρας. Γι’ αυτό ίσως και κάθε χρόνο καταγράφονται ως ένα από τα don’t lose events του χειμώνα και παράλληλα ως τρόπος να αδράξεις δυναμικά και με κέφι τη νέα χρονιά.

Έχουν τις ρίζες τους στις διονυσιακές μεθυστικές τελετές, τα Χειμερινά Διονύσια, που γίνονταν στην Αρχαιότητα λίγο μετά τη γιορτή της Γέννησης του Ήλιου στις 25 Δεκεμβρίου και ενσωματώθηκε έπειτα στη θρησκευτική λατρεία με την καθιέρωση της μέρας των Χριστουγέννων. Εικάζεται ότι το όνομα τους προέρχεται από τη λατινική λέξη rogatores, που σημαίνει ζητιάνοι γιατί οι μεταμφιεσμένοι εκείνης της εποχής γυρνούσαν στα σπίτια και ζητούσαν από τους νοικοκύρηδες κεραστικά και φιλοδωρήματα ως αντάλλαγμα επειδή έδιωχναν τα «κακά πνεύματα». Μπορεί με τα χρόνια οι στολές των ζώων που τότε προτιμούσαν να αντικαταστάθηκαν από σύγχρονες αυτοσχέδιες χιουμοριστικές μεταμφιέσεις σε αστυνομικούς με πρόσωπο γουρουνιού, σε νύφες με μούσια και all star ή σε απλό ανάποδο σακάκι, η μορφή του Βάκχου να πνίγηκε στους τόνους αλκοόλ που καταναλώνονται αυτές τις μέρες, οι rogatores να μη διώχνουν πια τα «κακά πνεύματα» και απλώς να ξεδιαλύνουν έστω και στιγμιαία αυτό το τεράστιο νέφος μιζέριας, παρ’ όλα αυτά τα Ραγκουτσάρια αποτελούν ένα σπάνιο δείγμα εθιμικής ιστορικής συνέχειας.

Έτσι και φέτος στις 6 και 7 Γενάρη, λίγο μετά τη δύση του ηλίου και αφού το θερμόμετρο είχε πάρει την κατιούσα, άνθρωποι κάθε ηλικίας, Καστοριανοί και εκατοντάδες επισκέπτες από την Ελλάδα και το εξωτερικό, ξεχύθηκαν στους δρόμους μ’ ένα μπουκάλι κρασί ή τσίπουρο στο χέρι, χωρισμένοι σε μπουλούκια με τη συνοδεία χάλκινων και κρουστών οργάνων. Μουσικοί από τη Γουμένισσα και τη FYROM έντυσαν τους κεντρικούς δρόμους και τις πλατείες με τις οργιαστικές μελωδίες του Μπρέγκοβιτς και όσο προχωρούσε η νύχτα και άδειαζαν τα μπουκάλια όλοι ένιωθαν για λίγο πρωταγωνιστές σε ταινία του Κοστουρίτσα. Και βέβαια δε θα μπορούσαν τα Ραγκουτσάρια φέτος να μην έχουν προεκλογικό χρώμα με συνθήματα στα πλακάτ όπως «Είμαστε αποφασισμένοι να ψηφίσουμε και μεθυσμένοι» ή «Στο κεφάλι πέτρα, αν πάρουν νέα μέτρα» ανάμεσα σε antifa στενσιλ στους τοίχους, επίκαιρα καρτελάκια καρφιτσωμένα στις μπλούζες «je suis Charlie» και το all time classic «ΠΑΟΚ».

 

Την τρίτη και τελευταία μέρα όσοι ξύπνησαν και ήταν στοιχειωδώς νηφάλιοι από το διήμερο μεθύσι παρέλασαν σεμνά αλλά πάντα θορυβωδώς παρέα με τα σχολεία της περιοχής. Μετά με τα χάλκινα να αντηχούν ακόμα στ’ αυτιά μας, μια βαλίτσα που άχνιζε κρασί, ξεχασμένες σερμπατίνες στα μαλλιά μας και την εμπειρία ενός hangover στα παγωμένα στενάκια πήραμε όλοι το δρόμο της επιστροφής στην κανονικότητα. Κυρίως με την αδιόρατη αίσθηση ενός συλλογικού μπουχτίσματος που ψάχνει με την άκρη του ματιού ένα ανοιχτό καπάκι για να ξεγλιστρήσει.

 

vice.com
Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *