Μία Λίμνη, 1000 πρόσωπα

Τίποτα δεν σε προετοιμάζει για το θέαμα. Για την αλληλένδετη σχέση ανθρώπων και υδάτινου θαύματος. Για τους αντικατοπτρισμούς που σε κρατούν δέσμιο μιας αλλόκοτης διάστασης. Για την ομορφιά που μεγεθύνεται στο πολλαπλό της είδωλο. Δεν μπορείς να ξεκινήσεις από αλλού. Καστοριά είναι η λίμνη.

Νότια παραλία εις διπλούν! Αμα σου κάνει τη χάρη η λίμνη… η Καστοριά δείχνει όλο και πιο όμορφη!
%IMAGEALT%

Πόσο διαφορετική γίνεται η ζωή γύρω από μια λίμνη; Οταν ανοίγεις πόρτες και παράθυρα και βυθίζεσαι στην υγρασία; Οταν η όποια αίσθηση του ορίζοντα χάνεται στο λευκό της απόλυτης ομίχλης; Οταν η κάθε μέρα ξημερώνει μόλις το πέπλο της διαλύεται, όταν με το που αντικρίζεις το φως, ορκίζεσαι πως είναι καλοκαίρι;

Οι Καστοριανοί είναι μαθημένοι στις χαμηλές θερμοκρασίες. Στο πηχτό σύννεφο που τους τυλίγει, στους αντικατοπτρισμούς και τις αντανακλάσεις, στα ακύμαντα νερά της λίμνης Ορεστιάδας. Στους ψαράδες και τα διάσημα «καράβια» τους, στους πελεκάνους, τις πεταλούδες και τα ηλιόψαρα, στα παγκάκια και τις προβλήτες που υφαίνουν εκατομμύρια ζωγραφικούς πίνακες κάτω απ’ τα λυγερόκορμα δέντρα. Μετράνε τον χρόνο με την καταχνιά, πότε πέφτει, πότε σηκώνεται, πηγαίνουν με τα νερά της, διαβάζουν τον καιρό με τα πουλιά, με τα ψάρια.

Και η ομίχλη ταξιδεύει νοτιότερα… Από την Ψαλίδα, θέα προς το Αργος Ορεστικό

%IMAGEALT%

%IMAGEALT%

 

Ποιος ξέρει τι περίμενες; Σίγουρα όχι αυτό το «νησί» στα πόδια του Βιτσίου και του Γράμμου. Οχι το σύννεφο που πλημμυρίζει τα πάντα στο πέρασμά του, όχι τα αρχοντόσπιτα της γούνας, που είναι πολλά περισσότερα απ’ όσα υπολόγιζες. Στο Ντολτσό και στο Απόζαρι, σε κάθε πλευρά της ιδιόμορφης χερσονήσου, ψηλαφίζεις έναν οικιστικό ιστό συμπαγή και ολοκληρωμένο. Και νιώθεις τη γλυκύτητα.

Ντολτσός θα πει «γλυκός»… Εχει να κάνει με το κλίμα, τη θερμοκρασία που πίσω απ’ το «Βουνό» πέφτει κατακόρυφα – στον Νότο ολοένα μαλακώνει. Το Απόζαρι, λένε, συνεπάγεται απ’ το «από ζόρι», καθώς παρά τη μικρή τους απόσταση, αποδεικνύεται πολύ πιο… ζόρικο. Πάντως, μέχρι τώρα «καλοκαίρι» τους έκανε. Πού λόγος για πάγους και για χιόνια.

Ο Βαγγέλης ο ψαράς, στο πόστο του, στη βόρεια παραλία
%IMAGEALT%

 

 

Ευτυχώς τα σαχνισιά γοητεύουν με κάθε καιρό. Οι κεραμοσκεπές, τα βιτρό και οι τοίχοι οι ζωγραφισμένοι στα πιο ζωντανά χρώματα. Οι αβγατές (παρόχθιες αυλές) και τα λιθόστρωτα που ελίσσονται, σαν να το κάνουν επίτηδες, όσο κι αν νομίζεις πως γλίτωσες, τον χάνεις τον προσανατολισμό σου. Ολα είναι στο πρόγραμμα. Μέρος της γοητείας. Κι όπως και να ‘χει, κερδισμένος βγαίνεις.

Στην πορεία σου χαρτογραφείς τα σημάδια της αδιάλειπτης ιστορίας της γούνας· τον αρχιτεκτονικό πλούτο του 18ου και 19ου αι., την πληθώρα των βυζαντινών εκκλησιών που υπάρχουν (και) εξαιτίας της. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας βλέπεις οι γουναράδες είχαν την ευχέρεια να πληρώνουν το χαράτσι, οπότε τους άφηναν να εκπληρώνουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα όπου και όπως ήθελαν. Κάπως έτσι, στο πέρασμά σου μετράς 75 βυζαντινές εκκλησίες –αριστουργήματα. 50 αρχοντικά από τα κάποτε 500.

«Κλασικό» συναπάντημα στο Ντολτσό. Εδώ το αρχοντικό Εμμανουήλ, νυν Μουσείο Ενδυματολογίας
%IMAGEALT%

 

Για το Α και το Ω, τον θεμέλιο λίθο, τον πυρήνα της τοπικής οικονομίας, όλα ξεκίνησαν πριν από 11 αιώνες, τη βυζαντινή εποχή. Παλιά κάθε σπίτι ήταν αυτόνομο, είχε το εργαστήριό του, για χρόνια οι οικογένειες δούλευαν τη γούνα με την κλωστή και τη βελόνα, στο χέρι. Και παρόλο που οι οικοτεχνίες εκμηδενίστηκαν, σύντομα καταλαβαίνεις πως η γουναρική είναι μια υπόθεση για την οποία γνωρίζουν να σου μιλήσουν όλοι. Πως με όποιο επάγγελμα και αν καταπιάνονται, μια απάντηση δίνουν στην ερώτηση «πού δούλευες;» – στη γούνα.

Κοινές μνήμες. Βρίσκεις πολλές τέτοιες εδώ πάνω. Οι πάντες έχουν να σου διηγηθούν προσωπικά βιώματα απ’ την παγωμένη λίμνη. Βόλτες με τις σάνιες (τα αυτοσχέδια έλκηθρα φτιαγμένα με κόκαλο από μουλάρι), παγοδρομίες με μηχανάκια, ανεβάσματα στον πάγο με το τρακτέρ… Υποκλίνεσαι στην τόλμη τους και, καθώς άπασες κουβέντες περιπλέκονται γύρω απ’ τις αλληλένδετες μοίρες λίμνης, πόλης και γούνας, ξαναθυμάσαι και σκονισμένα αποφθέγματα του στιλ: «η γούνα δεν πεθαίνει όσο υπάρχει γυναίκα»…

Ισως να μη βρίσκεις τόσο διασκεδαστικές τις (φωταγωγημένες, υπέρογκες, πανταχού παρούσες) ρεκλάμες στα ρώσικα, βγάζεις όμως το καπέλο στις Καστοριανές που στέκουν περήφανες, τυλιγμένες με την καθόλα επίσημη περιβολή τους στα σοκάκια, δίχως να είναι στα αλήθεια καμία ειδική περίσταση. Αν τις ρωτήσεις, σου εξηγούν πως «πρέπει» να τις φοράνε, πως η παγωνιά διαπερνάει το κόκαλο, πως στα αλήθεια δεν βοηθάει σε τίποτα να φοράς παλτό.

Ο,τι κι αν έχεις ριγμένο επάνω σου, κουμπώνεσαι. Και νιώθεις γεμάτος. Κρύος, μα ευτυχής. Που επαληθεύεις τα λόγια που άκουσες· αυτά που μιλούσαν για την ομορφότερη πόλη της Βόρειας Ελλάδας. Στην πρώτη ματιά, στη δεύτερη, στην τελευταία. Σειρά σου τώρα να της πλέξεις το εγκώμιο.

Καθρέφτης στη λίμνη

«Η Καστοριά είναι μια χερσόνησος που έχει ανοίξει την αγκαλιά της σε όλο τον κόσμο» διατείνεται ένας ψαράς που ξεψαρίζει πεταλούδες στη βόρεια παραλία. Από την κορυφή του λόφου Ψαλίδα τα λόγια του παίρνουν σάρκα και οστά. Η βόρεια και η νότια πλευρά ενώνονται στο στενό λαιμό της, το Βουνό ξεπροβάλλει στην πλάτη τους ακατοίκητο.

Τα σύννεφα ομίχλης «καταπίνουν» κάμπους και βουνά
%IMAGEALT%

 

Εως τη δεκαετία του ’30 ο παραλίμνιος, 7χλμ. δρόμος που το κυκλώνει, δεν υπήρχε. Η συγκοινωνία γινόταν με βάρκες. Οι γεμιτζήδες (οι βαρκάρηδες) μετέφεραν κόσμο, ξύλα, εμπορεύματα, τα πάντα μ’ αυτές. Επιστρατεύονταν βεβαίως και τα «μοτόρια» που έκαναν τακτικά δρομολόγια απ’ το Μαυροχώρι και την Πολυκάρπη (τα απέναντι χωριά), ώσπου σιγά σιγά η χρησιμότητά τους περιορίστηκε.

Το ’33 η στάθμη της λίμνης ρυθμίστηκε, το ’53 ανακαλύφθηκε το Σπήλαιο του Δράκου, το 2010 άνοιξε τις πύλες του στα σωθικά του Βουνού. Αγκυροβόλησε κι αυτό δίπλα στην Παναγιά τη Μαυριώτισσα, το παρόχθιο μοναστήρι που στέκει στην ακρολιμνιά απ’ τον 11ο αι. Για πόσους να έχει ανοίξει η ξύλινη πόρτα του 1082 στο καθολικό της; Πόσα μάτια έχουν θαμπωθεί απ’ τον κατάγραφο Αγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, πόσα βλέμματα κλέβει ακόμα ο αιωνόβιος πλάτανος που «ξανάδωσε»;

Πλινθοπερίκλειστος Αγιος Στέφανος. Μείον ένα βυζαντινό θαύμα στο ιστορικό σου…
%IMAGEALT%

Μ’ αυτά και μ’ εκείνα, ο γύρος της λίμνης αποτελεί τη διασημότερη καστοριανή βόλτα. Το ίδιο αγαπητή από ντόπιους και ξένους, το ίδιο μαγευτική όσες φορές και αν την επιχειρήσεις – τελεία. Κατά τα άλλα, ένα τηλεφώνημα στο υπό ανακαίνιση Βυζαντινό Μουσείο αρκεί για να σε συνοδεύσουν σε κάποια από τα διασημότερα καστοριανά προσκυνήματα.

Στο σήμα κατατεθέν τους, την Παναγιά την Κουμπελίδικη (ή Καστριώτισσα), στον Αγιο Στέφανο, τους Αγίους Αναργύρους, στον Αγιο Νικόλαο του Κασνίτζη ή σε δεκάδες άλλους πλινθοπερίκλειστους ναούς που συγκεντρώνουν πάνω από 3.700 τ.μ. ανεκτίμητων τοιχογραφιών – κλείνουν μέσα τους μια χρονική πορεία 6 αιώνων.

Χάρμα οφθαλμών το «κιόσκι» στο Λαογραφικό Μουσείο. Τα βιτρό ήταν φερμένα από τη Φλωρεντία και τη Βενετία, ενώ το ξυλόγλυπτο ταβάνι χρονολογείται αό το 1680
%IMAGEALT%

Οσον αφορά τα αρχοντικά, τα θαυμάζεις κατά βάσην εξωτερικά, μιας και η πλειονότητά τους δεν είναι επισκέψιμη. Εξαίρεση αποτελούν οι χώροι που λειτουργούν ως μουσεία, με πρώτο και καλύτερο το Λαογραφικό (αρχοντικό Νεράντζη Αϊβάζη), το Μουσείο Ενδυματολογίας (αρχοντικό Εμμανουήλ) και το Μουσείο Μακεδονικού Αγώνα (αρχοντικό Πηχεών), όλα εντός μικρής απόστασης απ’ την αλάνα στο Ντολτσό.

Το Λαογραφικό μάλιστα (και η ενδελεχής ξενάγηση από τη φύλακά του) αποτελεί μια μοναδική εισαγωγή στη ζωή, τον πολιτισμό και τις συνήθειες της Καστοριάς κατά τις γλυκές εποχές της ευμάρειας: ο «δοξάτος» -η μεγάλη σάλα με τα δύο σαλόνια-, ο γυναικωνίτης, που πίσω απ’ τις κουρτίνες του τα κορίτσια παρακολουθούσαν την κίνηση του χορού, το «κιόσκι» όπου κάθονταν οι άρχοντες, το δωμάτιο του προξενιού με την τρύπα στον τοίχο ώστε να «δέχεται» ή όχι τον σύζυγο η νέα κοπέλα…Μεσάντρες, μπαούλα δερμάτινα ή με γούνα, αργαλειοί, μιντέρια. Σε δύο ορόφους, ένα πλουσιοπάροχο ταξίδι στο παρελθόν.

Ποδηλατάδες, βαρκάδες, περιπάτους: ό,τι κι αν κάνεις το ξημέρωμα, στην Καστοριά, φαντάζει ακόμα πιο όμορφο…
%IMAGEALT%

 

Στολίδι της Καστοριάς αποτελεί το μεγαλύτερο Ενυδρείο γλυκού νερού των Βαλκανίων. Λίγο η Ορεστιάδα, λίγο οι Πρέσπες, λίγο η Βεγορίτιδα, λίγο ο Αλιάκμονας… Δεν θα μπορούσε να βρει καλύτερο «σπίτι» το συγκεκριμένο εγχείρημα. Πάντως, «Η» πρόταση για τους λάτρεις του λιμναίου κόσμου (και δη ενός κηρυγμένου Μνημείου Φυσικού Κάλλους από το 1974) είναι η βόλτα με τα τουριστικά πλοιάρια Ορεστειάς καιΟλυμπία, που διοργανώνουν τον περίπλου της λίμνης. Αλλη ομορφιά το «από μέσα προς τα έξω», όχι;

Απίθανα σημεία θέας που πρέπει να συμπεριληφθούν στο πρόγραμμα είναι επίσης ο Αγιος Αθανάσιος στο Βουνό (με βλέμμα στη νότια παραλία) και ο Προφήτης Ηλίας πάνω απ’ τον Ν.Ο.Κ (το πανόραμα στο Απόζαρι). Βεβαίως, το μάτι (και όχι μόνο) χορταίνει και στα παραδοσιακά ταβερνεία της πόλης, με καστοριανούς σαρμάδες, μανιτάρια του βουνού, γίγαντες και κεφτέδες μακάλο (δεν ρωτάς, απλά δοκιμάζεις). Τώρα, αν ορέγεσαι λιμνόψαρα… Ε, τότε… πας απ’ την άλλη.

Ιστορίες της λίμνης
Μια φορά κι έναν καιρό οι Καστοριανοί ψαράδες μαζεύτηκαν στην ανατολική πλευρά της λίμνης και έφτιαξαν οικισμό στην Κρεπενή. Κατά μία εκδοχή επειδή ήταν μαυριδεροί -όλη μέρα στη λίμνη κάτω απ’ τον ήλιο-, του έδωσαν το όνομα Μαυροχώρι (ή Μαύροβο). Η Μαυριώτισσα ήταν λέει, δικό τους δημιούργημα και για πολύ καιρό τη συντηρούσαν οι ίδιοι με τα καράβια τους, καθώς δεν υπήρχε δρόμος που να πηγαίνει ως εκεί.

Κεραμιδένιες σκεπές επ’ άπειρον σκεπάζουν το Ντολτσό
%IMAGEALT%

Καλάμια από τη μια, βάλτοι από την άλλη, έπεσε αρρώστια στο χωριό, ώσπου ήρθε και «έδεσε» στο σημερινό του λιμάνι. Εγένετο λοιπόν Μαυροχώρι και Πολυκάρπη· τα σχεδόν «δίδυμα» και εκ γενετής ψαράδικα χωριά, 13 χλμ. από την Καστοριά. Τόσο κοντά, μα τόσο μακριά απ’ την πολυκοσμία, πλάθουν μια εικόνα απείρως διαφορετική από τα «αρχοντικά», καστοριανά στερεότυπα.

Εχει ιδιαιτερότητες ετούτη η πλευρά. Αυτή που άπαντες αποκαλούν «μεγάλο γύρο». Αναφέρονται στη Χλόη, στη Μεταμόρφωση με την ομώνυμη, ερειπωμένη εκκλησιά του 8ου αι., στη Φωτεινή με την έδρα των μήλων της ΓΕΟΚ, στο Δισπηλιό, με την αναπαράσταση του νεολιθικού, λιμναίου οικισμού όπου βρέθηκαν μερικά από τα παλαιότερα ίχνη ανθρώπινης κατοίκησης στην Ευρώπη!

Λιμνομαχίες κατά τη διάρκεια του ψαρέματος. Κάθε πρωί τον ίδιο χαβά οι πελεκάνοι
%IMAGEALT%

 

Αγροτικά χωριά, καμπίσια ή γαντζωμένα στις πλαγιές του Βιτσίου, παραλίμνια και αμιγώς ψαράδικα. Ολα ανεξαιρέτως υπερηφανεύονται για τη στενή τους σχέση με τη λίμνη, την κοινή τους πορεία. Μαζί της μεγάλωσαν, έμαθαν να τη δουλεύουν, να τη σέβονται, να θρέφονται από αυτή.

«Μπάνια στα σπίτια μας δεν είχαμε όταν γεννηθήκαμε. Μας πήγαιναν οι μάνες μας στη λίμνη να κάνουμε μπάνιο», θυμάται ο Τάσος Καραμήτρος, ορκισμένος ψαράς απ’ την Πολυκάρπη, που η τρέλα που ‘χε από μικρό παιδί με τη λίμνη, του ‘μεινε… κουσούρι. «Καθαρή; Να βλέπεις τη μούρη σου κάτω, κρύσταλλο! Ερχόταν όλη η Καστοριά εδώ για μπάνιο. Μία ήταν η πλαζ, η ‘Σταρ Αρέκα’, ‘ξερό ποτάμι’ στα σλαβομακεδόνικα…».

Ηλιοβασιλέματα ολκής στη Μεταμόρφωση. Ε, το βάζει το χεράκι του και ο 8ου αι. φωτογενής ναός!
%IMAGEALT%

Κουβέντα στην κουβέντα μαθαίνεις και για τις «πόρτες» που ρύθμισαν τη στάθμη της λίμνης, για την πλημμύρα που τους έκανε και φύγαν τόνοι ψάρια στον Αλιάκμονα, για τις καλαμιές που κάνουν λέει, μεγάλη ζημιά. Πως εξαιτίας τους η λίμνη «δεν ξεβράζει», πως παλιά οι χωριανοί είχαν βουβάλια που πατούσαν τις ρίζες και δεν τις άφηναν να μεγαλώσουν, μα τώρα οι οικολόγοι δεν τους αφήνουν να επέμβουν σε τίποτα…

Τελοσπάντων, όσοι δεν είναι ψαράδες (50 όλες κι όλες οι επαγγελματικές άδειες) είναι γεωργοί. Ξακουστά τοις πάσι τα μήλα Καστοριάς. Βουλιάζει ο τόπος στα ανοιχτά της λίμνης. Τα 15.000 στρέμματα που καλλιεργούνται δεν τα λες λίγα, ενώ η ετήσια παραγωγή τους αγγίζει τους 35.000 τόνους, όπως εξηγεί ο Δημοσθένης Μωυσίδης, πρόεδρος της ΓΕΟΚ, της πρώτης εξαγωγικής εταιρείας σε μήλο στην Ελλάδα.

Η Παναγία Κουμπελίδικη και ο περίφημος τρούλος της – η πιο διάσημη βυζαντινή εκκλησιά της πόλης
%IMAGEALT%

Και ναι, κακά τα ψέματα, μπορείς να γυροβολάς γύρω απ’ τη λίμνη για ώρες. Να τρως τούρνα στα κάρβουνα και να μην πιστεύεις πόση νοστιμιά μπορεί να έχει ένα λιμνίσιο ψάρι. Να στήνεις καρτέρι στους ψαράδες μπας και καταφέρεις να ρίξεις επιτέλους τον πεζόβολο, να ψάχνεις τον τελευταίο μάστορα των «καραβιών», να μάθεις το μυστικό πώς να μην βαΐζουν (πλαγιάζουν) οι βάρκες.

Να θες να μιλήσεις σοβαρά για την πεταλούδα (το βασικό τους μεροκάματο) και να σου απαντούν: «πως θες να την ξεσύρω; 4; 5 χιλιοστά;» λες κι είσαι σε γουναράδικο… Δεν θα ‘ναι εύκολο να ξεφύγεις, μα όταν το αποφασίσεις, οι κοντινές διαδρομές που διακλαδώνονται σε οδηγούν: νότια, μέσω του Νεολιθικού οικισμού της Αυγής στην Ομορφοκκλησιά, ή βόρεια, στο «ένα κεφάλαιο από μόνο του», στα «χωριά της λάσπης», τα ξεχασμένα Κορέστεια.

Πώς μας βρήκατε;
Αλλο τώρα πάλι ετούτο. Να μην ξεκολλάς ούτε από ‘δω; Ευτυχώς σε βοηθάει ο καιρός. Η χειμωνιά, οι λιγοστοί κάτοικοι που (όπου υπάρχουν) είναι αμπαρωμένοι στα σπίτια. «Ευχαριστώ» να λες που δεν βγαίνει κανείς να σε προϋπαντήσει, γιατί αυτό το ταξίδι δεν θα τέλειωνε εύκολα.

Καρτποσταλικά ηλιοβασιλέματα στο Μαυροχώρι με θέα το «Νησί των Κορμοράνων»
%IMAGEALT%

Μαυρόκαμπος: το πρώτο χωριό των Κορεστείων που συναντάς ερχόμενος απ’ το Βίτσι. Στο Βαψόρι, πέρα από το τρεμάμενο καμπαναριό του Αγίου Γεωργίου, δεν παίρνεις άλλη εικόνα· ο οικισμός έχει διαλύσει προ πολλού. Αισίως λοιπόν φτάνεις στην κοιλάδα του Λαδοπόταμου. Γύρω απ’ την Πλατεία Μακεδονομάχων, όλα είναι έρημα. Τα βήματά σου μόνο ακούς και τους σκύλους να σε παίρνουν στο κατόπι. Οι καλαμιές αγκαλιάζουν τα πλινθόχτιστα χαλάσματα.

Αν σταθείς ακίνητος, αφουγκράζεσαι το πείσμα των κοκκινόχρωμων νοικοκυριών που αντιστέκονται στη μάχη με τον χρόνο. Πολλά είναι καλοστεκούμενα, χρησιμοποιούνται από τους εναπομείναντες κατοίκους ως αποθήκες ή στάβλοι. Αλλα στέκουν λειψά, με τους τείχους πεσμένους, φαγωμένους λες από την τελευταία μπόρα. Αχυρα κρέμονται απ’ τα ανοιχτά παράθυρα, νερόμυλοι στέκουν ανενεργοί, τα πλίνθινα τούβλα καλά κρατούν.

Ελλείψει πέτρας, φτιάχτηκαν με το υπάρχον δομικό υλικό, με χώμα, νερό και άχυρα: Ντρενοβένη (Κρανιώνας), Γαβρέσι (Γάβρος), Κονομπλάτι (Μακροχώρι), Στάτιστα (Μελάς). Σλαβόφωνα χωριά που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην έναρξη του Μακεδονικού Αγώνα. Που η χαριστική βολή τους δόθηκε στα χρόνια του Εμφυλίου, που από τότε σίγησαν για πάντα. Τα μισά είναι ακατοίκητα, ο Ανω και Κάτω Κρανιώνας είναι τα ωραιότερα – η σιωπή τους εκπέμπει μια ανεξήγητη γοητεία.

Στον Μελά επισκέπτεσαι το σπίτι που φονεύτηκε ο πρωτεργάτης του Μακεδονικού Αγώνα. Στο Μακροχώρι συναντάς τα περισσότερα σημεία ζωής. 100 άτομα μετράς απ’ τα άλλοτε 1.500. «Πώς μας βρήκατε;», αναρωτιέται φωναχτά μια χωριανή. Εσάς ψάχναμε, της λες. Το εννοείς. Αυτήν, και όλα όσα συντηρούν τον δικό τους, γνήσιο κόσμο. Ισως αυτή να είναι η ομορφιά της Καστοριάς. Η μοίρα. Η μοναδικότητα. Το ότι όπως και αν την κοιτάξεις, δεν θα μοιάσει με καμιά άλλη.

 

via

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *