Μία ιστορία κατά τη διάρκεια των εργασιών στο Σπήλαιο του Δράκου – της Βιβής Φαρσαλιώτου Ιατρού

Για όσους δεν πάνε εκκλησία, για όσους δεν έχουν κάτι καλύτερο να κάνουν Κυριακή πρωΐ, για όσους δεν βαριούνται να ταξιδέψουν σε κάτι περασμένο, για τους Φίλους μου που ήλθαν στην πόλη μου και τους είχα μιλήσει γι’ αυτό, για εκείνους που θα ρθουν και θα επισκεφθούν την Σπηλιά του Δράκου, στην Καστοριά την Όμορφη Πόλη…

Μέσα στη Σπηλιά του Δράκου – Εργοτάξιο

«Λίμνη τίς εστιν η της Καστορίας, εν ή τράχηλος από της χέρσου εισέρχεται και περί το άκρον ευρύνεται εις πετρώδεις βουνούς αποτελευτών» (Π. Τσαμίσης, «Καστοριά» 1949 >Αννα Κομνηνή, Annae Comnenea. Lib. VI, σ.269)

«Στις περιοχές που γειτονεύουν τα βραχύβουνα του καστοριανού υψιπέδου με τις όχθες της λίμνης έχει εντοπισθεί ένας αριθμός σπηλαίων». (Ν. Μουτσόπουλος, «Καστοριά», σ. 272).

«Δεν μπορούμε ακόμα στην περιοχή της Καστοριάς να διαπιστώσουμε ποια από τα σπήλαια υπήρξαν κάποτε κατοικίες ανθρώπων και σε ποια ακριβώς φάση της ιστορίας τους. Στη Σπηλιά του Δράκου μόνο βρέθηκαν κόκκαλα «σπηλαίας άρκτου» (ιδίου, σ. 280).

Είναι αξιοσημείωτο ότι, ενώ το σπήλαιο ήταν άγνωστο στην επιστήμη, αντίθετα, στη λαϊκή παράδοση από παλιά είχε σημαντική θέση. Και η ονομασία της σπηλιάς ακόμα οφείλεται στον θρύλο. Σύμφωνα μ’ αυτήν την παράδοση η σπηλιά του δράκου ήταν χρυσωρυχείο που το φύλαγε ένας φοβερός δράκοντας. Ο πρώτος όμως βασιλιάς της χώρας, ο Κάστορας, θέλοντας να επιδείξει τον πλούτο του και τα θαυμάσια της σπηλιάς στον αδελφό του Πολυδεύκη και τον πεθερό του Κέλη (που ήταν ιερεύς του Πανός) που έτυχε να φιλοξενούνται στην πόλη του, τους αποκάλυψε το σπήλαιο, αφού πρώτα φρόντισε να σκοτώσει τον φύλακα δράκοντα. Τότε αποκαλύφθηκε ότι στην σπηλιά υπήρχε άφθονη χρυσοφόρα λάσπη (ιδίου, σ. 273, >Δημ. Γ. Παπακωνσταντίνου, «Καστοριά» Α’, 2, 1968)

13576622_1421490884544573_4596544670778068584_o

«Μια φορά κι έναν καιρό ένας ετοιμοθάνατος πατέρας, φώναξε τα τρία παιδιά του για να τους δώσει την ευχή του. «Πατέρα, δεν θα μας πεις πού έχεις κρυμμένο το χρυσάφι που, σ’ όλη τη ζωή σου μάζευες», ρώτησαν τα παιδιά. «Και βέβαια θα σας πω» απάντησε ο πατέρας. «Είναι στο χωράφι μας. Πρέπει να σκάψετε και θα το βρείτε» ψιθύρισε και έκλεισε τα μάτια του….» (μύθος) * (τον συσχετισμό του μύθου αυτού με την Ιστορία της Σπηλιάς έκανε σήμερα, 1-11-2007, η γράφουσα τούτη τη γραφή, Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού).

Η σπηλιά του δράκου λοιπόν, ήταν χρυσωρυχείο που το φύλαγε ένας φοβερός δράκοντας! Ο θρύλος που άγγιζε τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη, έφθασε μέχρι τις ημέρες μας μέσα από τις διηγήσεις, ώσπου ήλθε πια το πλήρωμα του χρόνου να μας αποδείξει την αλήθεια που κρυβόταν πίσω από τις άσπρες πέτρες της «Σπηλιάς».

Δεν είμαι σε θέση να εκτιμήσω την «αξία» του Σπηλαίου, ούτε να το συγκρίνω με ό,τι έχω δει ή ακούσει. Δεν είμαι σε θέση να υποθέσω καν τι συναισθήματα θα νιώθει ο επισκέπτης του ολοκληρωμένου έργου. Δεν «υποψιάζομαι» καν ό,τι ένιωσαν οι πρώτοι, οι δεύτεροι, οι τρίτοι «λαθροεπισκέπτες» της Σπηλιάς, τι μπόρεσαν να «δουν», τι «κρύος ιδρώτας» τους έλουσε, σερνόμενοι στις κρύες πέτρες, βουτώντας στα «μαύρα» νερά, προχωρώντας ακόμη πιο βαθιά, «υπογράφοντας» στα βράχια, (με αρχικά ΔΥΣΤΥΧΩΣ ΜΟΝΟ) για ν’ ανακαλύψουν τα συνεργεία και άλλους… τρελούς. Να ήταν, άραγε, οδηγός τους ο θρύλος, ότι κάποιοι, κάποτε ζούσαν εκεί μέσα, βαθειά και άρα ήταν υπαρκτός ο δρόμος του πηγαιμού, μα και, κυρίως, του γυρισμού;

Για εκείνα όμως, που είμαι σίγουρη, είναι τα δικά μου συναισθήματα, αυτά που με κυρίευσαν όταν η «δημοσιογραφική» μου περιέργεια είπε «Καλησπέρα» στον Χαράλαμπο –τον Μπάμπη- τον πρώτο «μάστορα» που συνάντησα να δουλεύει εκείνο το απόγευμα που άλλαξα – λόγω χειμερινής ώρας- τη βόλτα μου στον γύρο της λίμνης.

Το «κουσούρι» που μου αποδίδει η οικογένειά μου είναι «ευκολόπιστη» και αυτή τη φορά, τους δικαίωσα και πάλι: Σε δύο λεπτά, είχαμε γίνει «κολλητοί» και βρέθηκα να τον ακολουθώ για τα 130 επόμενα μέτρα της «βόλτας» μου και για τα επόμενα 45 λεπτά της ζωής μου. Μόνο που το ξεχωριστό ήταν ότι, πια, είχα μπει στην «ΣΠΗΛΙΑ». Όχι στην Σπηλιά την «άγνωστη», την «μυστήρια» ούτε στην Σπηλιά την «έτοιμη», την «επισκέψιμη». Είχα μπει στην Σπηλιά «Εργοτάξιο» μ’ ό,τι αυτό συνεπάγεται !

Δεν προλάβαινα : Να δω έναν κάτασπρο τόπο με σχήματα- κάτασπρα- να κρέμονται από παντού. Να ακούσω άκρα σιωπή. Να μυρίσω υγρή σκόνη. Να νιώσω μια γλυκιά υγρασία να με λούζει -όχι, δεν ήταν ούτε φόβος ούτε τίποτα!!!

Ο Μπάμπης προχωρούσε, έμπειρα, μπροστά μου, με περίμενε στα «επικίνδυνα» σημεία, ένιωθα … τώρα γλιστρώ… με πιάνει…. Εγώ όμως (!) σταθερά, τον ακολουθώ –νομίζω… επαγγελματικά! στη γέφυρα, στη σκάλα, στη σανίδα, στις πέτρες, στις κοτρώνες….

Μου μιλάει, απαντάει στις ερωτήσεις της …περιέργειάς μου (αυτής που… σκότωσε τη γάτα!!) γυρίζει διαρκώς να δει αν έρχομαι (επικίνδυνα θα ήταν τελικά), μου προτείνει να πάμε προς τα δεξιά, προς την «έξοδο που δεν έχει ακόμη ανοίξει», σκέφτομαι αστραπιαία-πολύ προχωρήσαμε-πώς γυρίζουμε, κε Μπάμπη; από εδώ, απ’ τον ίδιο δρόμο…. Ωχ! Πόσο απομακρυνθήκαμε; Θα πάμε κι άλλο πιο βαθιά ; πού είναι ο Εργολάβος που θα συναντούσαμε; Τσιμουδιά δεν ακούγεται….. κανείς δεν δουλεύει εδώ μέσα… πόσες λίμνες περάσαμε; Πόσες λέγαν τότε οι αρχαιολόγοι, 5-9 , όχι, 7 ήταν… όχι δεν τις είδα όλες, τι, από εδώ γλιστράει λίγο- δεν είναι «τόσο» εύκολο…. όχι κε Μπάμπη, δεν πειράζει, ας μη πάμε δεξιά… την άλλη φορά που θα ξανάρθω. Τι είναι αυτό, πόσοι σταλακτίτες, είναι δυνατόν! Πόσο ψηλά είναι το «ταβάνι»… και άσπρα, όλα άσπρα, αν για στιγμή δεν σκεφτείς πως είσαι σε «σπηλιά», θα νομίσεις πως είσαι έξω… αλλού…. στον ουρανό…. στον παράδεισο….. ΜΕΓΑΛΕΙΟ.

Φθάνουμε στον Εργολάβο και στους δυο εργάτες που δουλεύουν…. Αθόρυβα. Ισως η έκπληξή του να ‘ταν παρόμοια με τη δική μου… Νιώθω άγνωστη, «πώς μπήκατε σπίτι μας» -«πού, διάολε, την πας αυτή ρε Μπάμπη;».

Συστήνομαι. Ο Εργολάβος «έχω έλθει στα γραφεία σας» μου λέει και εννοεί «κάπως αλλιώς σε θυμόμουν». «Στη Σπηλιά του Δράκου γίνομαι αλλιώς» αστειεύομαι για να ελαφρύνω τις εκπλήξεις και με περισσή ευγένεια απαντούν σ’ ό,τι πιο χαζό ρωτώ… με έκπληξη… με θαυμασμό… με σεβασμό στη Φύση αλλά και στον Ανθρωπο!
«3-4 εργάτες δουλεύουμε» μου απαντούν στο «πόσοι» και «7 μήνες τους κλείσαμε» στο «πόσο».

3-4 άνθρωποι λοιπόν, χρειάστηκαν για 7 μήνες (+τα κομπρεσέρ τους βέβαια) για να ανοίξουν την πόρτα, τον δρόμο, το φως, την αγκαλιά της Σπηλιάς του Δράκου!!! Για να φτάσουν 250 μέτρα μέσα και κάτω από τη γη, με «χειρουργική ακρίβεια», να μη τραυματίσουν αυτή την ΟΜΟΡΦΙΑ του –δεν ξέρω- τη λένε ΦΥΣΗ, τη λένε ΘΕΟ;

Η ψυχή μου δεν χόρταινε με τίποτα πια! Η υγρασία σου διαπερνούσε το κορμί «πώς το αντέχετε» ρώτησα «τι να κάνουμε» μου απάντησαν. Το φως τρεμόπαιξε «έχετε γεννήτριες» είπα για να με βεβαιώσουν πως «έχουν». «Όχι» μου λένε, «ρεύμα κανονικό, απ’ έξω» (αρχίζω να «τα παίζω») –«αν κοπεί; Έχουμε φακούς, μη φοβάστε»- ησύχασα! «Θέλω» κι άλλα να δω: το επόμενο κομμάτι πώς είναι; Εκεί που δεν δουλέψατε ακόμη. «Ελάτε μπροστά. Με προσοχή. Μόνο το μηχάνημα μη μας ρίξετε» Κοτρώνες στο μονοπατάκι, δυο –τρεις λάμπες ακόμη… γύρω-γύρω κάτασπροι σταλακτίτες, δεξιά, μια «κουρτίνα» σταλακτίτης, ένα διάφανο πέπλο- δεν θυμάμαι, ήταν εκεί λίγο πριν; Ένα όνειρο… τι χέρι το έχει βάλει εκεί; Μετά αρχίζει να σκοτεινιάζει…. «εντάξει, ας γυρίσουμε τώρα»….

Τους αποχαιρετώ, τους ευχαριστώ, θέλω να τους φιλήσω όλους γι’ αυτό που μου χάρισαν. Εμένα. Σ’ αυτό το στάδιο των εργασιών, για 45 λεπτά της ζωής μου και για όλους τους επόμενους που θα περιδιαβαίνουν την «Σπηλιά του Δράκου» άνετα, πραγματικά αιώνια…

Κλείνουμε ραντεβού με τον Εργολάβο για να μου μιλήσει για το Εργο και, μπροστά ο Μπάμπης, πίσω εγώ, ξεκινούμε για την έξοδο….
«Τι είναι αυτό!» Με μαύρη μπογιά (ή μήπως κάρβουνο; ) ψηλά στο ταβάνι κοντά, άπατα και άφταστα, τρία γράμματα χωρισμένα με τελείες: Αρχικά : Γ.Ι.Π…. «’Εχει σε πολλά σημεία» μου λένε. «Σημαίνουν κάτι;» ρωτώ όχι αφελώς . «Γράφαν παντού, όσοι είχαν μπει παλιά. Αυτά πρέπει να είναι με κερί. Πιο έξω έχει κι άλλα με κόκκινο και μαύρο, και μια ημερομηνία. Θα τα σβήσουμε» ΟΧΙ, ποια αρχαιολογία και ποια….. αυτή είναι ΙΣΤΟΡΙΑ, αφήστε τα έτσι για μια μνήμη αιώνια, όλων αυτών που τόλμησαν να αγκαλιάσουν τον θρύλο!

13568896_1421490871211241_8165378926971659976_o

Τα Γ.Ι.Π. ήταν και ο Γιώργος Ιατρού του Παναγιώτη, ο πατέρας του συζύγου μου, που ήταν στην «πρώτη ομάδα φιλοπερίεργων καστοριανών» (Μουτσόπουλος, σ. 272) Λες; Κι είχαν φτάσει μέχρι εδώ; Πια, παθαίνω ακόμη περισσότερο. Και δεν έχω φωτογραφική μηχανή. «Ελα πάλι με την μηχανή σου» μου φωνάζουν…. Δεν ξέρω πια τι νιώθω….περπατώ πιο σίγουρη από πριν, είναι ότι «φεύγω»; είναι ότι ξέρω πια πού πάω; είναι ότι από δω πέρασε κι ο πεθερός μου, στο σκοτάδι, έρποντας, κολυμπώντας, ψάχνοντας, γελώντας, φρικιάζοντας… όπως μας «παράδειχνε» για το «κατόρθωμά» τους- θα βρω και τον κυρ- Μπότη τον Εφόπουλο να του τα πω…. είναι ότι ο Μπάμπης, ο εργάτης, έχει γίνει πια «φίλος» μου, ένας άγνωστός μου πριν 40 λεπτά, που, έτσι, μου χάρισε ένα πολυτιμότατο δώρο που, επειδή δεν πιάνει καθόλου χώρο, θα το χω για πάντα μαζί μου…

Λιμνούλες- λιμνούλες «τώρα έχει κατέβει η στάθμη τους» από πού ξεφυτρώνουν πια…. Μέσα απ’ τα βράχια; Πώς; Πώς ‘φταναν τόσο ψηλά και ‘γραφαν οι «εξερευνητές»; ; Δεν «φθάναν ψηλά»-γλιστρούσαν έρποντας ΕΚΕΙ ΕΠΑΝΩ- μου δείχνει ο Μπάμπης. «Εμείς <κατεβάσαμε> τον δρόμο σπάζοντας τον βράχο!» Αποφεύγω να κοιτώ κάτω. Τα «μαύρα» νερά με τρομάζουν (λίγο!) στις κοτρώνες νιώθω σιγουριά (!)

«Από εδώ φαίνεται πώς μπαίνανε», μου δείχνει μια στενή ατραπό δίπλα από την είσοδο που άνοιξαν τώρα. Φθάσαμε στο σημείο εκκίνησης. Κοιτώ το ρολόι μου : 45’ εκτός προγράμματος, μόνο αν βιαστώ πολύ θα προλάβω τη νύχτα στο τέλος της γυρολιμνιάς.

Μπάμπη, άφησες για λίγο το πόστο σου, ίσως θα πρέπει να το «τρέξεις» λίγο πιο πολύ και συ για να τελειώσεις. Μη σε νοιάζει όμως, όλα τα πράγματα δεν είναι ίδια. Σήμερα, χάρισες κάτι σπουδαίο, έστω και σ’ έναν που, όμως… θα σε θυμάται πάντα με εξαιρετικά αισθήματα.

Συνεχίζω τον δρόμο μου στο βρεγμένο τοπίο, η μυρουδιά φθινοπώρου με ξυπνάει, αισθάνομαι το χιλιοχρώματο. Ένα λεπτό πριν…. στο άσπρο.. Δεν έχω κανέναν γύρω μου να μοιραστώ τη χαρά μου. Όχι, δεν είδα πουθενά χρυσό. Μόνο άσπρο. Κοιτώ τα χέρια μου που ακούμπησα στα βράχια για να στηριχτώ στις κοτρώνες… σκόνη, σκόνη με υγρασία, κολλημένα, το νιώθω και στο πρόσωπό μου. Ξεσκονίζω την φόρμα μου –όχι, μόνο άσπρη σκόνη «θα τα πλύνουμε όλα (τους σταλακτίτες) στο τέλος» είπε ο Μπάμπης «είναι από τα βράχια που σπάζαμε». Όχι, όχι, μα πού είναι ο χρυσός που θρυλείται από τον Κάστορα και τον Πολυδεύκη;;;

Το παραμύθι τελείωνε: έσκαβαν- έσκαβαν τα 3 αδέλφια στο χωράφι που τους υπέδειξε ο πατέρας. Χρυσάφι πουθενά… μόνο καρποί άρχισαν να βγαίνουν. Τους μάζεψαν –λυπημένα- τα 3 αδέλφια και τους πούλησαν –και πήραν τόσα χρήματα και τόσο χρυσάφι…. Γι’ αυτό λοιπόν μιλούσε ο μακαρίτης ο πατέρας τους!!!!!! Και συνέχισαν να καλλιεργούν το χωράφια για χρόνια πολλά…

«Εδώ είναι τα εκδοτήρια των εισιτηρίων;» ρώτησα βγαίνοντας από τη Σπηλιά, «Ναι» βεβαίωσε ο Μπάμπης.

ΕΔΩ λοιπόν είναι ο χρυσός και χρειάστηκαν ν-χρόνια για να φτάσουμε στο 2007 για να το ανακαλύψουμε και, λίγο ακόμη να το μαζέψουμε κι εμείς, έτσι να να βεβαιώσουμε τον θρύλο της Σπηλιάς που φύλαγε ο Δράκος και στα σωθικά της κρύβει χρυσωρυχείο. Και που ούτε ο Κάστορας ούτε ο Πολυδεύκης το πήραν μαζί τους στην Ιστορία…

Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού
1 Νοέμβρη 2007
(Δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΦΩΝΗ και στην ΦΩΝΗ Της ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ στις 22 Νοεμβρίου 2007)

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *