Το μεγαλείο της ποίησης

Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης σήμερα και δε θα μπορούσε να κλείσει καλύτερα μία κοπιαστική ημέρα παρά με κάποια από τα καλύτερα ποιήματα που έχουν γραφτεί και δημοσιευτεί…

 

Επιλέξαμε αυτά που μας αρέσουν πολύ και νομίζουμε θα απολαύσετε κι εσείς! 🙂

 

 

 

 

«Φαντάσματα», Ναπολέων Λαπαθιώτης (1888-1944)

Τ᾿ Ἄγνωστο γύρω καὶ παντοῦ κι ὁ Νόμος ὁ Τρανός του!
Κι ἐνῷ δὲν εἴμαστε παρὰ μορφὲς αὐτοῦ τ᾿ Ἀγνώστου,
φαντάσματα, ὅλοι καὶ καπνοί, στὴ δίνη τῆς ἀβύσσου,
-μὲ τ᾿ ὄνειρο, φτωχὴ ψυχή, γιὰ μόνη ἀπολαβή σου-,

μάταια φαντάσματα, τυφλά, ποὺ τὸ σκοτάδι σπέρνει,
ποὺ ἡ νύχτα φέρνει μία στιγμὴ κι ἡ νύχτα πάλι παίρνει,
χαμένοι, δίχως γυρισμό, μέσ᾿ στὸν αἰώνιο σάλο,
μισοῦμε κι ἐχθρευόμαστε καὶ κρίνει ὁ ἕνας τὸν ἄλλο…

 

 

«Ιθάκη», Κ.Π. Καβάφης 

Σα βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη,
να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος,
γεμάτος περιπέτειες, γεμάτος γνώσεις.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον θυμωμένο Ποσειδώνα μη φοβάσαι,
τέτοια στον δρόμο σου ποτέ σου δεν θα βρεις,
αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει.
Τους Λαιστρυγόνας και τους Κύκλωπας,
τον άγριο Ποσειδώνα δεν θα συναντήσεις,
αν δεν τους κουβανείς μες στην ψυχή σου,
αν η ψυχή σου δεν τους στήνει εμπρός σου.

Να εύχεσαι νάναι μακρύς ο δρόμος.
Πολλά τα καλοκαιρινά πρωιά να είναι
που με τι ευχαρίστησι, με τι χαρά
θα μπαίνεις σε λιμένας πρωτοειδωμένους·
να σταματήσεις σ’ εμπορεία Φοινικικά,
και τες καλές πραγμάτειες ν’ αποκτήσεις,
σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους,
και ηδονικά μυρωδικά κάθε λογής,
όσο μπορείς πιο άφθονα ηδονικά μυρωδικά·
σε πόλεις Aιγυπτιακές πολλές να πας,
να μάθεις και να μάθεις απ’ τους σπουδασμένους.

Πάντα στον νου σου νάχεις την Ιθάκη.
Το φθάσιμον εκεί είν’ ο προορισμός σου.
Aλλά μη βιάζεις το ταξείδι διόλου.
Καλλίτερα χρόνια πολλά να διαρκέσει·
και γέρος πια ν’ αράξεις στο νησί,
πλούσιος με όσα κέρδισες στον δρόμο,
μη προσδοκώντας πλούτη να σε δώσει η Ιθάκη.

Η Ιθάκη σ’ έδωσε τ’ ωραίο ταξείδι.
Χωρίς αυτήν δεν θάβγαινες στον δρόμο.
Άλλα δεν έχει να σε δώσει πια.

Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε.
Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα,
ήδη θα το κατάλαβες η Ιθάκες τι σημαίνουν.

kavafis.gr

 

 

«Των Ασωμάτων», Κική Δημουλά

Μυστηριώδης ἡ ἀτμόσφαιρα. Σὰν καπνὸς προσκυνητὴς
μιᾶς φλόγας ποὺ δὲν ἄναψε καὶ ὅμως ἔχει σβήσει.

Πολλὰ στεφάνια στὶς ὁδοὺς καὶ τὰ στενὰ τῶν ἥλων.
Πλαστικὰ τὰ περισσότερα ὥστε
νὰ μὴ μαραίνεται ἡ προτίμηση Βαραββᾶν Βαραββᾶν ἀπολῦσαι
καὶ νὰ στρογγυλοποιοῦνται εὐθυνότεροι οἱ πόνοι.

Γεμάτα λεμονανθοὺς τ᾿ ἀσθενοφόρα πεζοδρόμια.
Κι ὅπως ἀφουγκραζόμουν πικραμένες τὶς καμπάνες
νὰ σκαμπιλίζουν τ᾿ ἀσεβὴ εὐώδη μάγουλα τοῦ ἀνέμου
νὰ λιθοβολοῦν τὶς Μαγδαληνὲς ἀκακίες ποὺ
μυροβόλα ἔπεφταν ἀπ᾿ τὸν ἐρωτικὸ ὄροφο τῆς ἄνθισης
στὰ πόδια τῆς ἐσταυρωμένης Του ἀνταπόκρισης
ἀφηρημένη σκόνταψα σὲ κορμὸ σφοδρῆς ἐπιθυμίας
μετὰ ἀπὸ τόσα κι ἀπὸ τόσα μεσολαβήσαντα ἀργύρια
νὰ μεταλάβω τὸ ἄχραντο σῶμα τῆς ἀνάμνησης
ἀπὸ τὸ δισκοπότηρο στὴν ἱερὴ ποσότητα ἔστω ἑνὸς
μικροῦ κοχλιαρίου
— πάλι τσιγκουνεύεσαι; ἄντε, κερνάω ἐγὼ τὸ αἷμα.

Θυμᾶμαι, δὲν ξεχνῶ ποτὲ
ὅσα δὲ μοῦ ζητοῦν νὰ τοὺς τὸ ἀποδείξω.

 

«Πρωί», Γιώργος Σεφέρης

Ἄνοιξε τὰ μάτια καὶ ξεδίπλωσε
τὸ μαῦρο πανὶ πλατιὰ καὶ τέντωσέ το
ἄνοιξε τὰ μάτια καλὰ στύλωσε τὰ μάτια
προσηλώσου προσηλώσου τώρα ξέρεις
πὼς τὸ μαῦρο πανὶ ξεδιπλώνεται
ὄχι μέσα στὸν ὕπνο μήτε μέσα στὸ νερὸ
μήτε σὰν πέφτουνε τὰ βλέφαρα ρυτιδωμένα
καὶ βουλιάζουνε λοξὰ σὰν κοχύλια,
τώρα ξέρεις πὼς τὸ μαῦρο δέρμα τοῦ τυμπάνου
σκεπάζει ὁλόκληρο τὸν ὁρίζοντά σου
ὅταν ἀνοίξεις τὰ μάτια ξεκούραστος, ἔτσι.
Ἀνάμεσα στὴν ἰσημερία τῆς ἄνοιξης καὶ τὴν ἰσημερία
τοῦ φθινοπώρου
ἐδῶ εἶναι τὰ τρεχάμενα νερὰ ἐδῶ εἶναι ὁ κῆπος
ἐδῶ βουίζουν οἱ μέλισσες μὲς στὰ κλωνάρια
καὶ κουδουνίζουνε στ᾿ αὐτιὰ ἑνὸς βρέφους
καὶ ὁ ἥλιος νά! καὶ τὰ πουλιὰ τοῦ παραδείσου
ἕνας μεγάλος ἥλιος πιὸ μεγάλος ἀπ᾿ τὸ φῶς.

 

 

«Χαλάσματα», Κωστής Παλαμάς

Γύρισα στὰ ξανθὰ παιδιάτικα λημέρια,
γύρισα στὸ λευκό της νιότης μονοπάτι,
γύρισα γιὰ νὰ ἰδῶ τὸ θαυμαστὸ παλάτι,
γιὰ μὲ χτισμένο ἀπ᾿ τῶν Ἐρώτων τ᾿ ἅγια χέρια.
Τὸ μονοπάτι τὸ ᾿πνιξαν οἱ ἀρκουδοβάτοι,
καὶ τὰ λημέρια τὰ ᾿καψαν τὰ μεσημέρια,
κ᾿ ἕνας σεισμὸς τὸ ᾿ρριξε κάτου τὸ παλάτι,
καὶ μέσ᾿ στὰ ἐρείπια τώρα καὶ στ᾿ ἀποκαΐδια
ἀπομένω παράλυτος· σαῦρες καὶ φίδια
μαζί μου ἀδερφοζοῦν οἱ λύπες καὶ τὰ μίση·
καὶ τὸ παλάτι ἕνας σεισμὸς τό ῾χει γκρεμίσει.

Ἀσάλευτη ζωή, 1904
Ἅπαντα, τόμ. Γ´, σελ. 72

 

 

 

 

 

 

 

 

 

«Το Μονόγραμμα» (απόσπασμα), Οδυσσέας Ελύτης

Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Να τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ ακούς
Μες στη μέση της θάλασσας
Από μόνο το θέλημα της αγάπης, μ’  ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ ακούς
Με σπηλιές και με κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιος μιλεί στα νερά και ποιος κλαίει- ακούς;
Ποιος γυρεύει τον άλλο, ποιος φωνάζει –ακούς;
Είμ’εγώ που φωνάζω κι ειμ’ εγώ που κλαίω. Μ’ ακούς
Σ’αγαπώ, σ’αγαπώ, μ’ ακούς

 

 

«Η σημαία», Νίκος Εγγονόπουλος

Μην αψηφάς την αγάπη:
δεν είναι αρεστά τα κλαμμένα μάτια.
Όμως να μην αργήσης.
Θα μας ξανάρθεις γλήγορα, δεν είναι;
Εγώ, κάθε φορά που πάω να αποτολμήσω κάτι
έρχεται αυτό το σύννεφο ελπίδων
όλο άσπρες κι απαλά ρόδινες απατηλές νταντέλλες.
Συνετιστήτε:
κάθε μέρα δεν είναι δυνατό να στήνεται η καρμανιόλα.
Λίγο λίγο θ’ ασπρίσουν τα μαλλιά σας:
άσπρη σημαία.
Η άσπρη σημαία είναι το σημάδι
πως παραδίδεσαι και πως τα κάστρα πια για πάντα καταρρέουν.

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *