«Δίκην νησίδος» – Του Ηλία Παπαμόσχου

Η λίμνη, στιλπνό παλίμψηστο όπου το φως γράφει και σβήνει τις ηλικίες της πόλης, (αντικατοπτρισμών θνησιγενών επαλληλίες, ενώσεις επουράνιων και γήινων), μνημειώνει τη μόνη αιωνιότητα, το παρόν. Μάτι που είδε τη γέννηση της πόλης. Όταν κάποτε αδειάσει, θα καθρεφτίσει τ’ ουρανού τα χώματα.
Λώρος ενώνει τη χερσόνησο με το μακεδονικό σώμα, βρέφος σε κρυστάλλινο λίκνο η πόλη∙ τους χειμώνες, το θυμωμένο χνώτο του θεού στιλβώνει τα βουνά που τη θωρακίζουνε, τη λιγοστή βλάστηση που την περιβάλλει∙ το καλοκαίρι, το ήρεμο βλέμμα του πήζει τις αιθρίες — τότε μοιάζουν μ’ αλόγων ράχες τα βουνά, με χρεμετίσματα τα νέφη.
Οικίες κεραμοσκέπαστες και διάσπαρτοι τάπητες θαυμάτων(ναοί), ίριδα πολύχρωμη η λιμνοφυής, όνειρο που αναδύθηκε στο μάτι του θεού∙ δέντρα σαν τσίνορα στις όχθες του: λεύκες, πλατάνια και κλαίουσες ιτιές.
Ο ανδριάντας του ποιητή που μπόλιασε τον μέγα επτανήσιο μοιάζει έτοιμος να αναληφθεί, πύραυλος λευκότητας∙ δεσπόζει πίσω του το βουνό που σήκωσε στη ράχη του τον αλληλοσπαραγμό — το σκοτάδι της Ιστορίας σκοτεινιάζει τα νερά∙ ίσως μέσα τους να έπλυνε τα χέρια του ο Ορέστης, άμα ξεπλήρωσε το περιώνυμο φονικό, «Ορεστιάδα». Στα ίδια νερά γίνονταν κι η επεξεργασία των δερμάτων παλιά, άρδεψε η λίμνη των κατοίκων την προκοπή, που ’καναν καλλονή κι ένδυμα τη φθορά. Και των ναών η όψη υφασμένη με τούβλο και κονίαμα ποτισμένο λίμνη, τα μέσα έξω γυρισμένο εργόχειρο για να φυλάγονται σώσπλαχνα τα θαύματα, για να περιφρουρείται η ομορφιά. Γι’ αυτήν, άλλωστε, συνθηκολόγησαν οι γηγενείς με τους Ρωμαίους κατακτητές, κοντά δυο χιλιάδες χρόνια πριν, όταν στήσαν εκείνοι τις μηχανές τους στον αυχένα της χερσονήσου απειλώντας να ισοπεδώσουν την πόλη∙ οι Ρωμαίοι, στην καμάρα του ουρανού έβλεπαν ενός βλήματος την τροχιά(έτσι είναι όταν ξεπερνάει η δύναμη την ομορφιά), ενώ οι ντόπιοι τόξο ανακουφιστικό του αόρατου. Κει, στης χερσονήσου τον αυχένα όρθωσε τζαμί ο Χασάν καδής. Όταν πρωτόφτασε στην πόλη νόμισε πως διάβηκε πεδιάδα χιονισμένη. Είχαν φαίνεται μες στην ησυχία του λευκού, του πάγου οι κρυφές ραγισματιές σιγήσει. Ναοί, χτισμένα τάματα. Σήμερα ένας μόνο ναός οθωμανικός στέκει ορθός, η στέγη του κήπος φυσικός, σ’ αντίθεση με τις πέτρινες καρδιές που φύτεψαν σ’ όλη τη χερσόνησο οι βυζαντινοί – τις συντηρούν γυρτές απ’ την ευσέβεια γριές, δέντρα λιανά βαϊσμένα απ’ τον αέρα της πίστης -, μέσα τους αλλάζεις γνώμη για το ύψος, κι η ταπεινότητα γίνεται δέος αρχιτεκτονικό. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τους δρόμους της πόλης, τούτο το στένεμα εντείνει της φαντασίας τις αποδράσεις και τις διαφυγές. Ένα παλιό καλντερίμι, που ασφυκτιά ανάμεσα στις πολυκατοικίες, κρύβει πύλη μυστική, που πλουτίζει το παρόν. Διεύρυνση του παρελθόντος αναπάντεχη και λανθάνουσα σε υποδέχεται στο μέλλον. Ο χρόνος, φίδι που προπορεύεται, τρέχει αφύσικα γρήγορα, δεν έρπει, αλλά σαν μαστίγιο που δίνει συνεχείς καμτσικιές πλέει στον αέρα, σε προϋπαντίζει, μοιάζει κάτι συνηθισμένο, ένα κοινότατο αδέσποτο της μακεδονικής επαρχίας. Ανήκεις πιο πολύ σ’ αυτό που προηγήθηκε, βυθισμένο είναι, κι άφησε στην κορφή του χρόνου αρχοντικά και ναούς. Ο θρύλος λέει ότι άρχοντες εξόριστοι τους έχτισαν, ίσως πετώντας το φθαρμένο του μεγαλείου τους ρούχο νιώσαν κατάσαρκα ότι στην εξορία δεν υπάρχει άθλος μεγαλύτερος απ’ το ρίζωμα.
Στα στενά, κατά το θέρος ιδίως, ακούγεται αγκομαχητό και λαχάνιασμα, μοιάζει με βογκητό ερωτευμένων, ή φρούμασμα αλόγου ηδονισμένου, είναι της γούνας οι μηχανές, δίνουν φτερά στα πόδια των παιδιών, την ώρα που ο λίβας – καυτή ανάσα της αιωνιότητας – χαϊδεύει καμπάνες σιωπηλές. Ξυράφια τεμαχίζουν τομάρια κάτω από τεχνητό φως, κορμιά, για ώρες σκυμμένα πάνω σε τεζιάκια, με βελόνες ενώνουν τα ράκη, απλωμένα στην τάβλα μετά, τον ήλιο ξεδιψούν. Τις νύχτες οι μηχανές, στη σειρά σαν μαθητές, μ’ ολάνοιχτα τα ολοστρόγγυλα, ατσάλινα αυτιά τους σπουδάζουν τη σιωπή – κει που σίγησαν οριστικά, ο απελπισμένος περνάει το μηδέν θηλιά στον λαιμό∙ χαμόγελα που έσβησαν, κηλίδες στα μάτια, φυτίλια απ’ τον ήλιο αναμμένα, που παν βαθιά, ως την πυριτιδαποθήκη του μυαλού∙ όμως όταν δεν κόβεται των τομαριών το μακρινάρι, όταν οι μηχανές με τον χρόνο παραβγαίνουν σ’ έρημα στενά, γυρνάνε σε καντήλια τα φυτίλια, φως ρέει, ΖΩΗ.
Κρύβουν τον φόβο εδώ οι άνθρωποι, όπως των γουναρικών την πίσω όψη, κάτω από φόδρα ακριβή.

Ηλίας Λ. Παπαμόσχος

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *