Από τις αλάνες της Καστοριάς, στην αχλή του μύθου

Αν το αδιάφορο βλέμμα είναι ένα διαρκές αντίο, τότε ο Δημήτρης Διαμαντίδης δεν θα έχει την ευκαιρία να το νοιώσει ποτέ.

 

Χιλιάδες φίλαθλοι στη χώρα, μετράνε αντίστροφα με αγωνία τις ημέρες και παρακαλάνε να ανακαλέσει την απόφασή του, καθώς αυτός ο ασκητικός σχεδόν, αλλά καθόλου μονόχνοτος και αρνησίκοσμος, επαγγελματίας, ετοιμάζεται οριστικά να αποχαιρετίσει το μπάσκετ και να κλείσει πίσω του τα φώτα της δημοσιότητας, που πάντοτε απέφευγε τόσο διαολεμένα.

Η απόφαση, δεν ήταν εύκολη. Όμως οι σοβαροί και προικισμένοι άνθρωποι, ξέρουν πότε είναι ώρα να φεύγεις, έστω κι αν αυτό συνεπάγεται, κάποιο αναπόφευκτα οδυνηρό κόστος προσαρμογής.

Από μια ειρωνεία της τύχης, ο «Μήτσος», όπως τον απλοποίησε συνοπτικά η κερκίδα, εκεί ακριβώς όπου δονείται η καρδιά κάθε ομαδικού αθλήματος, γεννήθηκε το 1980, την ημέρα ακριβώς που ο Νίκος Γκάλης φορούσε για πρώτη φορά τη φανέλα της Εθνικής αρμάδας.

Φυσικά και ήταν παιδί του Euro basket του ΄87 που έστειλε στα γήπεδα δεκάδες χιλιάδες φιλόδοξους πιτσιρικάδες από την επόμενη κιόλας μέρα. Αλλά, σε αντίθεση με τους περισσότερους, δεν είχε καν πρότυπό του τον Γκάλη. «Μου άρεσε περισσότερο να βλέπω πως παίζει στο γήπεδο ο Φάνης Χριστοδούλου» θα πει σε ανύποπτο χρόνο γι΄ αυτόν τον ταλαντούχο αλήτη που ξεπήδησε από τα σπλάχνα της μπασκετομάνας, και όχι μόνο, γειτονιάς της Νέας Σμύρνης.   

Στην ακριτική και πανέμορφη Καστοριά όπου πρωτοαντίκρισε το φως και στην οποία πάντα επιστρέφει για να αντλεί δύναμη απ΄ τον τόπο του, σαν τον μυθικό Ανταίο, ξεκίνησε να παίζει μπάλα στην ομάδα της γειτονιάς του, χωρίς να δείξει κάνα ιδιαίτερο ταλέντο.

Άλλωστε το ύψος και η σωματοδομή του, ήταν παράταιρα. «Δεν κάνεις για εδώ, παλικάρι μου» του είπαν κάποιοι και τον έστειλαν γραμμή στο τοπικό μπάσκετ, όπου ξεκίνησε, χαλαρά, για λόγους διασκέδασης. Ώσπου,  το πράγμα σοβάρεψε. Αμφιδέξιος, χρησιμοποιώντας τουτέστιν και τα δύο του χέρια και οξύνους, ξεχώρισε σχετικά γρήγορα.

Ώσπου, ένας από αυτούς τους αφανείς παράγοντες της Επαρχίας, που τους τρώει το σαράκι του αθλητισμού, ο Παρασκευάς Μουρατίδης, το 1999, τον προέτρεψε κάποια στιγμή να υπογράψει στον Ηρακλή Θεσσαλονίκης. Κι η ζωή του ξαφνικά μπήκε σε ασυνήθιστες μέχρι τότε ράγες.

Υπέγραψε στον «Γηραιό» το πρώτο του συμβόλαιο στα 19 του χρόνια και πήρε τη φανέλα με το νούμερο 13 που τον ακολούθησε μέχρι σήμερα, ελλείψει άλλης διαθέσιμης. Ήταν η στιγμή, όπως έχει δηλώσει, που άρχισε μέσα του να πιστεύει ότι θα μπορούσε να σταδιοδρομήσει παίζοντας μπάσκετ. 

Τα πέτρινα χρόνια 

Στο πλευρό του, αθόρυβοι και στωικοί συμπαραστάτες οι άνθρωποι της Οικογένειάς του, στους οποίους, ποτέ δεν έκρυψε την ευγνωμοσύνη του. Στο δεξί του χέρι, έχει ισόβια «κεντήσει» τα αρχικά του πατέρα του Θωμά, της μητέρας του Μαίρης και του αδελφού του Βασίλη.

Δεν ήταν εύκολα εκείνα τα χρόνια. Μένοντας σε ένα μικρό διαμέρισμα απέναντι από το Στρατοδικείο, στην οδό Καυταντζόγλου, για όσους ξέρουν τη Σαλονίκη, μπορούσε να πηγαίνει στο γήπεδο με τα πόδια. Όταν αποφάσισε να πάρει το πρώτο του αμάξι, ήταν ένα μεγάλο τζιπ, το οποίο δύσκολα μπορούσε να ελέγξει και ενίοτε ζητούσε τη βοήθεια των συμπαικτών του για να ξεπαρκάρει!

Ίσως γι’ αυτό, σύμφωνα με τον αστικό μύθο, ένα από τα λιγοστά πράγματα που ζήτησε ποτέ από τους αδελφούς Γιαννακόπουλου που έχτισαν τον σύγχρονο μπασκετικό Παναθηναϊκό,  ήταν ένα μικρό mini cooper με το οποίο συνήθως μετακινείται. Άλλωστε ποτέ δεν δημιούργησε πρόβλημα με τις ανανεώσεις των συμβολαίων του. Όλα έκλειναν ταχύτατα και σε οικογενειακή ατμόσφαιρα και πολύ συχνά δίχως καν να παρίσταται ο ίδιος…

Το 2001 τον ήξεραν μονάχα οι συνεπείς μπασκετικοί. Είναι ενδεικτικό, ότι στις διαπραγματεύσεις του Παναθηναϊκού με τον Ηρακλή για την αγορά του Λάζαρου Παπαδόπουλου, ο Πρόδρομος Εμφιετζόγλου προτείνει στον Θανάση Γιαννακόπουλο να πάρει πακέτο και τον Διαμαντίδη με επιπλέον 50.000 ευρώ, δηλαδή σχεδόν τζάμπα.

Το αφεντικό του Παναθηναϊκού δεν ήξερε, φυσικά, για ποιον του μιλούσε ο τότε ιδιοκτήτης της ΚΑΕ Ηρακλής και προσπαθούσε να συλλέξει πληροφορίες με τον δικό του… ιδιαίτερο τρόπο.

«Ρε παιδιά, μου δίνουν με 50.000 ευρώ κι έναν πιτσιρικά, Διαμαντάτος, Διαμαντάκης, κάπως έτσι. Είναι καλός αυτός; Αξίζει να τον πάρω;». Δεν τον πήρε τότε, γιατί υπήρξαν αντιδράσεις από τους οπαδούς του Ηρακλή και γιατί ο Μήτσος, έμεινε από αλτρουισμό, να βοηθήσει την ομάδα στα δύσκολα.

Από την αφάνεια, στο «βάλτο αγόρι μου!¨»

Όμως όταν έμαθε καλά το όνομά του, μετά από επίμονη αξίωση του κορυφαίου Ευρωπαίου προπονητή Ζέλικο Ομπράντοβιτς που ζήτησε «μόνο αυτόν», φρόντισε να τον κατεβάσει στην Αθήνα το 2004, χωρίς πολλές διαπραγματεύσεις. Και τότε ήταν έτοιμος να προσφέρει γην και ύδωρ στον Διαμαντίδη. Το μόνο χατίρι που ζήτησε ο 24χρονος τότε άσος, ο οποίος είχε πρόταση και από τον Ολυμπιακό, ήταν το mini cooper που λέγαμε, για να μπορεί να… παρκάρει πιο εύκολα.

Πλάϊ στον Ομπράντοβιτς εξελίχθηκε σε όλους τους τομείς και κυρίως στα σουτ, χαρίζοντας στην ομάδα του αλλά και στην Εθνική ανεπανάληπτες στιγμές. Η σπαρακτική προτροπή του καλού δημοσιογράφου Βασίλη Σκουντή, «βάλτο αγόρι μου!», στον ημιτελικό με τους Γάλλους, όπου η Εθνική κατέκτησε για δεύτερη φορά το Ευρωπαϊκό Κύπελλο, δεν θα σβηστεί ποτέ από την συλλογική μνήμη.

Το ταξίδι του με το εθνόσημο στο στήθος, ξεκίνησε στις 15 Ιανουαρίου του 2001 και μάλιστα με έναν άνθρωπο που έχει κατηγορηθεί για τις εμμονές του σε παίκτες και δεν ήταν ο ευκολότερος στις συνεργασίες. .

Το ντεμπούτο του το κάνει με τον Γιάννη Ιωαννίδη, ο οποίος εντούτοις, μιλούσε με τα καλύτερα λόγια για τον άσο του Παναθηναϊκού πριν ακόμα αναλάβει την Εθνική ομάδα. Τον παρότρυνε μάλιστα να βελτιώσει το σουτ, προβλέποντας και σωστά, ότι με την πλήρωση αυτής της συνθήκης θα γινόταν ο «πρώτος μάγκας» στην Ευρώπη.

Αλλεργία με το «εγώ»- Πάντα στο «Εμείς»

Λίγες φορές ένα τόσο δυνατό αστέρι, ή ίσως γι΄ αυτόν ακριβώς τον λόγο, που οι μόνες του συστάσεις ήταν η σκληρή δουλειά του στο γήπεδο, έβαλε τόσο απόλυτα τον εαυτό του, στην υπηρεσία της Ομάδας.

Σαν να μην χαιρόταν τις νίκες. Και σαν να του προκαλούσε αλλεργία οποιαδήποτε αναφορά στο πρόσωπό του. Χαμήλωνε από συστολή το κεφάλι κι έβαζε αμήχανα τα χέρια στις τσέπες. Όπως ακριβώς κάνει όταν ανηφορίζει για το πατρικό του στην Καστοριά, σαν να θέλει να αποφύγει τις καλές κουβέντες των γειτόνων.

Η μετριοφροσύνη του δεν τον άφησε ποτέ να χαρεί δημόσια τις ατομικές διακρίσεις του, τα κομπλιμέντα, τις ερωτήσεις των δημοσιογράφων που εκδήλωναν υπερθετικά τον θαυμασμό τους για ‘κείνον. Συνήθως το βλέμμα είναι καρφωμένο στο έδαφος και η απάντηση στερεότυπη: «Ας μη μιλήσουμε καλύτερα για μένα. Τι να πούμε, δηλαδή;».

Τον ρωτούσαν πώς «σκότωσε» τον Ολυμπιακό σε έναν τελικό με τα αλλεπάλληλα τρίποντά του, και τους έλεγε: «Έκανα τα σουτ και μπήκαν. Δεν έγινε και τίποτα…». Είδε κι έπαθε, ο Ομπράντοβιτς, να τον πείσει να μιλάει λίγο περισσότερο. Να μην εξαφανίζεται έπειτα από κάθε μεγάλη του παράσταση, επειδή κάτι τέτοιο δεν ταιριάζει σε ένα ηγέτη.

Αυτή η σεμνότητα, άλλωστε, δεν τον άφησε να δοκιμάσει την τύχη του στο ΝΒΑ. «Δεν θα πω ότι δεν θέλω να παίξω στο NBA, όμως το επίπεδο εκεί είναι πολύ ψηλό και δεν μπορώ να ανταποκριθώ». Κάποιος άλλος του δικού του ύψους, ίσως να απέφευγε τέτοια δόση ειλικρίνειας.

Ο Αμερικανός προπονητής είχε πει πριν τον αγώνα με την Εθνική μας τον Αύγουστο του 2006 πως ο Διαμαντίδης ήταν ο καλύτερος σουτέρ μας… «Μάλλον λάθος σκάουτινγκ έχουν κάνει», απάντησε ο Έλληνας γκαρντ που με περίσσια δόση χιούμορ και ικανοποίησης έλεγε μετά το ματς με τη Γαλλία την ίδια χρονιά…. «Ευτυχώς σήμερα δεν είχε ¨βάλτο αγόρι μου¨».

Το ίδιο και σε μια από τις λίγες συνεντεύξεις που είχε δώσει… Η δημοσιογράφος του παρέθεσε ορισμένα από τα «παρατσούκλια» που χρησιμοποιούνται για εκείνον και ο Δημήτρης Διαμαντίδης μόνο που δεν… εξοργίστηκε κιόλας. «Δεν θα χαρακτήριζα με κανένα από αυτά τον εαυτό μου. Τα θεωρώ υπερβολή. Το μπάσκετ είναι ομαδικό, κάθε παίκτης έχει την ποιότητά του. Προσβάλλει τους συμπαίκτες μου να λέγονται τέτοια πράγματα. Ο Παναθηναϊκός έχει 14-15 παιδιά που ανά πάσα στιγμή μπορούν να βοηθήσουν. Δεν είναι ωραίο να χρησιμοποιούν τέτοιους χαρακτηρισμούς για μένα, περισσότερο προσβάλλομαι παρά κολακεύομαι. Όλοι κουράζονται το ίδιο, όλοι χτυπούν το ίδιο μέσα στο γήπεδο. Μπορεί να πεις ότι κάποια φορά λείπει κάποιος, αλλά το «αναντικατάστατος» είναι προσβολή για τους υπόλοιπους».
Από το 2003 που κλήθηκε στην Εθνική, το ταξίδι ήταν γεμάτο στιγμές.   

Το σουτ με τη Γαλλία στο Βελιγράδι, η αλάνθαστη εμφάνιση απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες στην Ιαπωνία, η παρουσία του κόντρα στην Κροατία στο Ευρωμπάσκετ της Ισπανίας, η συμβολή του στην τεράστια ανατροπή κόντρα στην Σλοβενία, ο τραυματισμός του το 2009 και η απουσία του από την Πολωνία, το πρόωρο φινάλε του 2010. Ένα φινάλε που με μια ακατανόητη τραγική ειρωνεία ήρθε την ίδια μέρα με την παρθενική του εμφάνιση στην Εθνική. 5 Σεπτεμβρίου.

Ο αρχηγός…

Η βραδιά της 24ης Φεβρουαρίου του 2009 ήταν διαφορετική από τις προηγούμενες. Ο Δημήτρης Διαμαντίδης μετά από πέντε χρόνια στον Παναθηναϊκό, πήρε στην αρχή της σεζόν το περιβραχιόνιο του αρχηγού από τον Φραγκίσκο Αλβέρτη. Στον 10ο τελικό της καριέρας του με την πράσινη φανέλα, ήταν εκείνος που σήκωσε στον ουρανό του Ελληνικού το κύπελλο Ελλάδας.

Ακόμα κι εκείνη τη στιγμή, που οι περισσότεροι θα ένιωθαν δικαιολογημένα  κάθε ματαιοδοξία να ικανοποιείται, ο Διαμαντίδης έσκυψε το κεφάλι και σκέφτηκε ό,τι και όλοι οι οπαδοί του Παναθηναϊκού. Τον «Φράγκι». «Μα τι άλλο θα μπορούσα να του ζητήσω από το να σηκώσουμε μαζί το Κύπελλο!», είχε πει στο gazzetta.gr την επόμενη μέρα, «δεν ήταν ο προηγούμενος αρχηγός, είναι και θα είναι ο αρχηγός του Παναθηναϊκού».

Εκείνος, ο διαχρονικός αρχηγός του Παναθηναϊκού έδωσε το σύνθημα και στη δική του τελευταία βραδιά, όταν ζητούσε από τον κόσμο να αποθεώνει τον Δημήτρη Διαμαντίδη. Οι οπαδοί του τριφυλλιού υπάκουσαν τον Αλβέρτη κι εκείνος ως μαέστρος απαιτούσε να γίνουν όλο και πιο δυνατές οι φωνές. «Ο Δημήτρης έχει σπάνια ηγετικά χαρακτηριστικά μέσα στο γήπεδο, είναι παίκτης γεννημένος νικητής και έχει την αγωνιστική προσωπικότητα που απαιτεί ο ρόλος του αρχηγού» λέει.

Η ίδια πλευρά της προσωπικότητάς του εμφανίστηκε και μετά τον τελικό στην Βαρκελώνη το 2011. Ο Δημήτρης Διαμαντίδης φώναξε κοντά του τον Κώστα Τσαρτσαρή και τον Μάικ Μπατίστ για να σηκώσουν και οι τρεις μαζί το κύπελλο της Ευρωλίγκα. 

Ο αμετάκλητος επίλογος

Αρχές Απριλίου του ’15 στα αποδυτήρια της Ομάδας, ο Διαμαντίδης ανακοίνωσε ότι σταματά το μπάσκετ στο τέλος της σεζόν. Στα 36 του και έχοντας ζήσει πολύ περισσότερα απ’ όσα είχε ονειρευτεί: Με τον Παναθηναϊκό, τρία Πρωταθλήματα Ευρώπης, εννέα Πρωταθλήματα Ελλάδας και δέκα Κύπελλα Ελλάδας. Με την Εθνική, χρυσό μετάλλιο στο Ευρωμπάσκετ (2005) και αργυρό στο Μουντομπάσκετ (2006). Και άπειρες ατομικές διακρίσεις, εγχώριες και ευρωπαϊκές.

Αν ισχύει το συμπέρασμα του «Δράκου» Παναγιώτη Γιαννάκη, ότι «η πάσα κάνει δύο ανθρώπους ευτυχισμένους» τότε ο «3 D», σκόρπισε πολλή ευτυχία στο πέρασμά του. Χώρια τα μακρυνά ατελείωτα σουτ που έκριναν αγώνες, τα απίστευτα κλεψίματα και οι εκπληκτικές επινοήσεις αλλά και το ακατάβλητο πείσμα του που γύριζε παιχνίδια λίγο πριν ακουστεί η κόρνα της λήξης.

Την περασμένη Παρασκευή 1η Απριλίου 2016, στο παιχνίδι με την κροατική Τσεντεβίτα, η Ευρωλίγκα τίμησε τον αρχηγό των «πρασίνων» για την προσφορά του στην διοργάνωση και συνολικά στο ευρωπαϊκό μπάσκετ, αναγορεύοντάς τον μέλος της ομάδας των μύθων του ευρωπαϊκού μπάσκετ.

Στο βίντεο που παίχθηκε, μίλησαν γι΄ αυτόν με κολακευτικά λόγια, όσοι τον γνώρισαν στο παρκέ, από τον δαιμόνιο Ναβάρο και τον θυελλώδη Γιασικεβίτσιους, μέχρι τον Αλβέρτη και τον Σπανούλη. Μίλησε φυσικά κι Ομπράντοβιτς, δεν θα μπορούσε να λείπει. Ο Μήτσος ήταν το μυαλό του Ζέλικο την ώρα της μάχης. Ο κορυφαίος προπονητής ευχήθηκε να αλλάξει την απόφασή του, γιατί όπως είπε συγκινημένος «ο Διαμαντίδης είναι το μπάσκετ»!

Το ξέρει όμως κι ο ίδιος καλά, ότι ο «3 D», είναι σοβαρός και στέρεος άνθρωπος και δύσκολα θα μετακινηθεί από όσα ανακοίνωσε.

«Ξέρω πως θα μου λείψει το μπάσκετ, γιατί είναι αυτό που κάνω τόσα χρόνια, ο τρόπος της ζωής μου, αυτό που αγαπάω. Τώρα πια, που έχω κάνει τη δική μου οικογένεια, τα παιδιά μου και η σύζυγός μου παίζουν τον σπουδαιότερο ρόλο. Αλλά, σίγουρα, θα μου λείψει το μπάσκετ. Πολύ. Το πώς θα είναι και όλα τα σχετικά, θα το δούμε όταν έρθει εκείνη η ώρα». Με αυτά τα λόγια είχε προετοιμάσει τους θαυμαστές του για το οδυνηρό «αντίο», που όλο και πλησιάζει. αφήνοντας παρακαταθήκη στους φιλάθλους τη δωρεά της παρουσίας του στα γήπεδα.

via

 

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *