2 Απριλίου: Παγκόσμια Ημέρα Αυτισμού – της Βιβής Φαρσαλιώτου

Στην Μικρή, όμορφη Πόλη μου,
Ένα απόγευμα Τρίτης (που, καμιά Παγκόσμια Ημέρα δεν γιορταζόταν…..)
Περπατήσαμε μέχρι τις κούνιες…. Εκαιγε πάρα πολύ κι ασυνήθιστα ο Ηλιος . Η λίμνη απλωνόταν φαρδιά –πλατιά, σαν θερισμένος κάμπος, ίσαμε εκεί που σου ‘κλεινε τα μάτια ο ήλιος. Ατάραχη σχεδόν. Σαν αυταπάτη. Οι βάρκες ήταν ακριβώς διπλές πάνω- κάτω , καθρέπτης του εαυτού τους. Σαν συνείδηση .
Ο θαλασσοφερμένος μας πρότεινε να μην πάμε πολύ μακριά. Πάντα το ίδιο προτείνει. Να μην αργήσουμε να γυρίσουμε πολύ. Πάντα το ίδιο σκέπτεται.
Ο πρόσφατα εορτάζων που είχε ξεχωριστή και μεγάλη –μα πάρα πολύ μεγάλη χαρά- που σήμερα κερνούσε τους εκλεκτούς του, «να πάμε ως τις κούνιες» είπε. Το ίδιο κι ο μεγάλος, ο- δεν χαλάει χατίρι ποτέ- «ναι» είπε. «Ως τις κούνιες ας πάμε» . Και η προστατευομένη όλων «ναι, ναι,ναι» συμφώνησε «πάμε στις κούνιες»……
Θα τις βλέπαμε τις κούνιες . Θα χαιρόμασταν –όλοι- γιατί ΦΤΑΣΑΜΕ ΩΣ ΕΚΕΙ. Θα καθόμασταν στ’ ακριανά παγκάκια, θα κοιτάζαμε –αν είχε άλλα παιδάκια- πώς παίζουν ανεβοκατεβαίνοντας στις τραμπάλες και πόσο ψηλά φτάνουν με τις αιώρες….. Ξέρουμε καλά πώς είναι οι κούνιες. Δεν μας χωράνε τώρα που μεγαλώσαμε. Εμείς μόνο στις μεγάλες μπαίνουμε πια. Στα λούνα παρκ στις εκδρομές μας και στ’ Αη Βασίλη το χωριό τα Χριστούγεννα. Και στις μπαλαρίνες μπαίνουμε. Και στα συγκρουόμενα μπαίνουμε. Και , άμα δεν φοβούνται οι μαμάδες μας , και στις ρόδες ανεβαίνουμε και γελάμε πολύ –πολύ δυνατά όταν φτάνουμε ψηλά……
Θα τις βλέπαμε για πολύ λίγο. Ισα να ξεκουραστούμε για να ξαναγυρίσουμε στο Καφέ που μας περίμεναν οι υπόλοιποι Φύλοι* μας.
Θα βλέπαμε και λίγο ως πέεεεεερα … πίσω απ’ όσα κρύβουν τα κάγκελα τα όμορφα που φυλάγουν των άλλων παιδιών τις μπάλες και τις Ζωές…
Θα χαμογελούσαμε ευχαριστημένοι –όλοι μας- και μόλις δίναμε το «πάμε» θα πηγαίναμε…..
Ετσι ακριβώς είναι πάντα η πορεία μας και η εξέλιξή της και το τέλος της μικρής μας βόλτας στους Καιρούς της μικρής μας πόλης.
Ετσι κι έγινε.
Κανένα απ’ τα μικρά κομματάκια της ψυχής μου δεν με κοίταξε με θλίψη. Κανένα τους δεν μου είπε τίποτα. Κανένα τους δεν με ρώτησε τίποτα. Κανένα τους δεν με άφησε να υποψιαστώ ότι αντιλήφθηκαν πως η γιαγιά που σήκωσε το κεφάλι της την στιγμή που μπαίναμε στην «παιδική χαρά» μόλις περάσαμε από μπροστά της πήρε το εγγονάκι της κι έφυγε. Κανένα τους δεν μου άφησε να υποψιαστώ ότι η μαμά που στεκόταν πάνω απ’ το καροτσάκι με το μωράκι της που κοιμόταν το έστριψε , προχώρησε στην αντίθετη πλευρά και κάθισε γυρίζοντας την πλάτη της σε μιαν Αλήθεια. Και η επόμενη μαμά που ήλθε σε λίγο με το δικό της μωρό, βολεύτηκε κατά τον ίδιο τρόπο. Το καλλίγραμμο σώμα της φυλαγόταν εξαιρετικά από το μικρό της εσώρουχο που –όχι και πολύ διακριτικά- διαγραφόταν καθώς έστριψε και αυτή το πρόσωπό της στην αντίθετη θέα.
Κανένα από τα χρυσά μου Φυλαράκια * δεν άφησε να φανεί η Ψυχούλα του. Αν ήταν κομμάτια του τοίχου ή του δαπέδου δεν θα έβλεπαν τίποτα. Αν ήταν κομμάτια των δένδρων θα ‘νιωθαν τον αέρα που περνούσε μέσα απ’ τα κλαδιά τους να παγώνει …. Κι ουρανός να ήταν θα συννέφιαζε. Και λίμνη να ‘ταν θα φουρτούνιαζε. Τα πλασματάκια αυτά όμως, είναι τόσο Μεγαλόψυχα, είναι τόσο Γενναιόδωρα, είναι τόσο Αξιοπρεπή και Σπουδαία, που …….. χαμήλωσαν το βλέμμα προς τις χαμόπλακες, αφού προς στιγμή τα πέρασαν –το ένα πάνω απ’ του άλλου και μέχρι το δικό μου- εκεί, ‘νιωσαν σίγουρα τα δικά μου συναισθήματα (γιατί εγώ δεν έχω το χάρισμα το δικό τους να τα κρύβω) μετά, ακούμπησαν στο χαμόγελο που προσπάθησα να φορέσω, τραγουδήσαμε λίγο απ’ το γιατί είσαι Θάλασσα γι’ αυτό σ’ αγάπησα, «πάμε» τους είπα –δήθεν αδιάφορη και χαρούμενη- «πάμε» είπαν όλα μαζί και γυρίσαμε να πιούμε τους χυμούς μας που ζεστάθηκαν και τις σοκολάτες μας που κρύωσαν, ενώ, η –βαριέμαι- δεν θέλω βόλτα μας περίμενε χαρούμενη- χαρούμενη στις ζεστές αγκαλιές των αγαπημένων μας Φύλων* με τη μηχανή που με πάει ως πέρα, το αμάξι που τους χωράει όλους, την νεότερη Μεγάλη μας, την Ψυχή των όλων, και την αγκαλιά του Ηλιου και της Λίμνης. Όχι, τίποτα δεν τους είπαμε για όλα αυτά. Πήγαμε ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ ΚΟΥΝΙΕΣ ΚΑΙ ΗΤΑΝ ΤΕΛΕΙΑ!!!!!

ΥΓ Λυπάμαι που αναγκάστηκα να τα πω όλα αυτά. Λυπάμαι που –ακόμη και στην Μικρή μου Πόλη- υπάρχουν ως σήμερα άνθρωποι που «φοβούνται» των άλλων τη διαφορετικότητα την οποία κρίνουν μέσα από τη δική τους «σιγουριά» . Δεν κολλάει, μάτια μου. Ούτε το Σύνδρομο Down. Ούτε ο Αυτισμός. Ούτε οι άλλες «Ειδικότητες» . Θέμα Λαχείου είναι. Τζάμπα σου ρχεται. Ούτε διαλέγεις λαχνό ούτε πληρώνεις συμμετοχή. Η διαφορά είναι, ότι όλα τούτα, όσο βαριά και να σου φαίνονται, σε Εκλεκτούς Ανθρώπους πηγαίνουν. Σ’ όσους Κρίνεται Ανωθεν ότι θα τα καταφέρουν. Για τους υπόλοιπους , πίστεψέ με, καρφάκι δεν Του καίγεται. (ούτε και για μένα εννοείται).
Εύχομαι, ολόψυχα, τα ξυραφάκια που με πήραν ξώφαλτσα απόψε, να γίνουν απαλά –απαλά χαϊδέματα στους ελαφριούς ύπνους των τυχαίως συνευρεθέντων με μας στην «Παιδική Χαρά» .
*«Φύλοι» – « Φυλαράκια» : είναι δικές μου λέξεις. Τις έφτιαξα απ’ την ανάγκη μου να ξεχωρίσω τους φίλους από τους Φίλους κι όλους τους άλλους. Τα κριτήριά μου για να μπει κανείς σ’ αυτήν την κατηγορία είναι Ακριβά. Χωρίς τιμή. Μόνον μ’ Αξία. Καθόλου δεν με νοιάζει που δεν υφίστανται στην Ελληνική γλώσσα. Ούτε και σε καμιά άλλη δηλαδή.
Στην Καστοριά, την ώρα που οι μυρουδιές του νυχτολούλουδου ταξιδεύουν απ’ το μπαλκόνι μου. Για παντού,
Βιβή Φαρσαλιώτου + Ιατρού

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *