«Πασχαλινό» – του Αλέξη Γούδα

Το Πασχαλινό διήγημα του Αλέξη Γούδα, το οποίο αφιερώνει στη μνήμη του παππού του, Αλέξανδρο, θα σας ταξιδέψει…

Πασχαλινό

» Άντε τελειώνετε να φεύγουμε κάποια στιγμή» φώναξε με νευρική φωνή ο πατέρας .

»Μαζέψτε και τα τελευταία πράγματα , θέλω να φτάσουμε νωρίς για τις αυριανές ετοιμασίες » .

Τα φορτώσαμε όλα στο αυτοκίνητο και ξεκινήσαμε για το χωριό . Εγώ , η μητέρα μου και ο αδερφός μου .Μεγάλο Σάββατο όπως κάθε χρόνο όλο το σόι μαζευόταν στο πατρικό  , ένας – ένας     έφταναν  σαν τα πουλιά στα κλαδιά του πρώτου τους δέντρου .

Στο δρόμο σκεφτόμουνα αν σε όλο αυτό το εθιμοτυπικό υπάρχει νόημα .Με είχαν κουράσει κάθε χρόνο τα ίδια λόγια , η ίδια διαδρομή .

‘’ Πως μεγάλωσες έτσι εσύ , στη μαμά μοιάζεις , ο θείος έφαγε το μισό αρνί , να βλεπόμαστε πιο συχνά μωρε παιδιά ‘’. Ο αδερφός μου ήταν μικρός και έδειχνε πιο ανέμελος .Με κοιτούσε και κουνούσε το κεφάλι σα να με ρωτάει τι συμβαίνει . ‘’ Τίποτα‘’ του απαντούσα και συνέχιζα να ρεμβάζω .

‘’Να φέρει Ανάσταση για όλους φέτος ‘’ έλεγε η μάνα μου . ‘’Ανάσταση και κουραφέξαλα ‘’ απαντούσε ο πατέρας μου . ‘’ Μπαμπά δεν αναστήθηκε ο Χριστός ?‘’ ρωτούσε ο αδερφός μου ‘’ στο σχολείο έτσι λένε και μάλιστα μας είπαν πως αν ακολουθήσουμε τις συμβουλές του θα αναστηθούμε κ μεις κάποια μέρα ‘’ . Τον κοιτούσε με αυστηρό ύφος ο πατέρας χωρίς να του απαντήσει .. ‘’  Μα το Πάσχα τελειώνει την Κυριακή το βράδυ ‘’ συνέχιζε ο μικρός . ‘’ Εμείς γιορτάζουμε μέχρι την Παρασκευή ‘’ απαντούσε εμφατικά ο πατέρας μεγαλώνοντας την απορία του μικρού  .Κανείς δεν ξαναμίλησε ώσπου φτάσαμε στο χωριό .

Εκείνες οι κουβέντες στο αυτοκίνητο με βασάνιζαν για χρόνια . Και κάθε φορά τέτοιες μέρες τις θυμάμαι περισσότερο .Tέτοιες μέρες όλοι μας αναπολούμε  τις  παιδικές μας  μνήμες. Είναι  η νοσταλγία ; Τα ανέμελα χρόνια ; Μήπως η ανάγκη να  εξηγήσουμε τους εαυτούς μας .  Ο Σαραμάγκου στις Μικρές Αναμνήσεις του λέει ‘’ Άφησε να σε οδηγήσει , το παιδί που υπήρξες ‘’. Όλα είναι παιδικές ανατυπώσεις δηλαδή ;

Αργά το απόγευμα ντυθήκαμε όλοι με τα καλά μας , πήραμε στο χέρι τις λαμπάδες έτοιμοι για την εκκλησία .Μόνο ο πατέρας μου στην αυλή ακόμα φαινόταν να μην έχει τελειώσει . » Μπες να ετοιμαστείς» φώναζε η γιαγιά »δε θα προλάβουμε το φως ».  Καλά καλά ‘’ απαντούσε ο πατέρας . Φτάσαμε όλοι μαζί στην εκκλησία .Μονάχα ο παππούς έμεινε πίσω θα πήγαινε το πρωί στην δεύτερη Ανάσταση .Περιμένοντας στον αυλόγυρο το ‘’δεύτε λάβετε ‘’ επιδίωξα να ρωτήσω τον πατέρα εκείνο το ‘’  μέχρι την Παρασκευή ‘’ . Ο μικρός αδερφός με κρατούσε απ το χέρι , ήθελε κ αυτός να μάθει .

» Ο άνθρωπος ζει μια αιώνια τραγωδία παιδί μου … σταυρώνεται συνέχεια και πορεύεται αποδεχόμενος με γενναία καρδιά αυτή του την μοίρα ».

Ο μικρός με κοίταξε με απορία και μου ‘σφιξε το χέρι σα να φοβήθηκε . »ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ » ακούστηκε από το ηχείο της εκκλησίας και ανάψανε οι πρώτες λαμπάδες .Φιληθήκαμε όλοι μαζί , τσουγκρίσαμε αυγά και γυρίσαμε σπίτι .

Το πρωί σηκώθηκα κ ‘γω νωρίς να βοηθήσω στις ετοιμασίες .Καλαμπούρι με τους συγγενείς , μεζέδες , κλαρίνα και φωνές από τις τριγύρω γειτονιές .  ‘’Μπαμπά ‘’ λέει για μια στιγμή ο μικρός ‘’ δες το αρνί τι πλάκα έχει έτσι που γέρνει το κεφάλι του στη σούβλα ‘’ .                                                                      » Ναι ναι , αυτό , η Παναγία στις εικόνες και η γυναίκα του Μοντιλιάνι » αποκρίθηκε ο πατέρας μου . Κυριακή βράδυ ξεκινήσαμε για πίσω. Πέρασε και αυτό το Πάσχα σκεφτόμουν στο γυρισμό .

Την επόμενη μέρα ο πατέρας μου έπαθε ψύξη από αυτά τα ύπουλα αεράκια της άνοιξης του χωριού. Το πάθαινε σχεδόν κάθε φορά  γιατί δεν πρόσεχε . Ήρθε τον είδε  γιατρός και  του χορήγησε μια αγωγή  για μια βδομάδα μέχρι την Κυριακή του Θωμά .Ως τότε του είπε την αγωγή και  θα στρώσεις .Όχι νωρίτερα όμως. ..Νευρίαζε ο μπαμπάς μου δραστήριος που ήταν πώς να καθίσει μέσα μια βδομάδα . .Στριφογύριζε στο κρεβάτι  ανήσυχος μουρμουρίζοντας , που κ που σηκωνόταν έκανε μια βόλτα ως το σαλόνι. Το κεφάλι του είχε πάρει μια μόνιμη  κλίση προς τα δεξιά .

»Μπαμπά μου θυμίζεις το αρνί ‘’ έλεγε περιπαιχτικά ο μικρός  »ή την Παναγία στις εικόνες ή τη γυναίκα του Μοντιλιάνι!»  Γελούσα και  εγώ και η μητέρα μου μαζί .
»Γελάτε μαζί μου καθαρματάκια» έλεγε . »Που θα πάει θα σηκωθώ  την Κυριακή μια και καλή και θα σας δείξω εγώ» .

» Ο άνθρωπος ζει μια αιώνια ψύξη μπαμπά …  συνέχεια πλευριτώνεται  και πορεύεται αποδεχόμενος με γενναία καρδιά αυτή του την μοίρα» απάντησε ο μικρός . Ο πατέρας μου χαμογέλασε και τον πήρε αγκαλιά , η μητέρα μου συγκινήθηκε και εγώ ψάχνω ακόμα απαντήσεις . Καλό Πάσχα .

Στη μνήμη του παππού μου Αλέξανδρου

Από την προς έκδοση συλλογή » Καθαρό Νερό » 25 Διηγήματα

Μοιραστείτε αυτό το άρθρο:

Comments

comments

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *